
Νέα Υόρκη, μεσοπόλεμος. Σε ένα ελληνικό καφενείο στην καρδιά της Αστόριας γεννιέται μια μικρή Ελλάδα, εκεί όπου το τραγούδι γίνεται φωνή, παρηγοριά και αντίσταση. Η ιστορία ταξιδεύει στον κόσμο των Ελλήνων μεταναστών της δεκαετίας του '20 και του '30, σε μια κοινότητα που παλεύει να ριζώσει, να επιβιώσει και να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη της. Το καφενείο γίνεται τόπος συνάντησης, εξομολόγησης και ελπίδας, εκεί όπου δοκιμάζονται τα όρια της προσωπικής ελευθερίας και το τραγούδι μετατρέπεται σε δύναμη.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η Τασούλα, ένα κορίτσι στην αρχή της νιότης του, που εξαναγκάζεται από τη μητέρα της να εγκαταλείψει τον τόπο της για να αναζητήσει μια φαινομενικά καλύτερη ζωή στη Νέα Υόρκη, την εποχή της Ποτοαπαγόρευσης. Σε μια πόλη λαμπερή αλλά ταυτόχρονα αδυσώπητη και γεμάτη αντιθέσεις, φτάνει για να παντρευτεί έναν άντρα που γνωρίζει μόνο μέσα από φωτογραφίες. Πολύ γρήγορα θα κληθεί να επιβιώσει ανάμεσα σε ίντριγκες, παιχνίδια εξουσίας και ανθρώπινες αδυναμίες, και θα διεκδικήσει τη φωνή της για να εξασφαλίσει το μέλλον της με τους δικούς της όρους. Μια διαδρομή ενηλικίωσης, πάθους και αντοχής, που αναδεικνύει τη γυναικεία δύναμη σε μια συνθήκη μεγάλων ανατροπών.
Ποια είναι όμως η Τασούλα; Ένα νεαρό κορίτσι που χωρίς να το καταλάβει γίνεται σκληροτράχηλη ρεμπέτισσα; Μια γυναίκα σκληρή σαν τη μάνα της, που μέσα της φλέγεται από όνειρα και πάθη; Ή μια ηγετική προσωπικότητα που επηρεάζει μοιραία τις ζωές των γύρω της και πληρώνει ακριβά το τίμημα των επιλογών της; Όπως και να έχει, το τραγούδι γίνεται γι' αυτήν όπλο επιβίωσης και ένας απαράμιλλος τρόπος να μιλήσει για τα τραύματα και τον πόνο της.
Στο πλοίο για την Αμερική η Τασούλα γνωρίζει τον Στέφανο, έναν συνομήλικό της άντρα που πηγαίνει για να δουλέψει ως εργάτης στους ουρανοξύστες. Γοητευτικός, ιδεαλιστής και μαχητικός, με έντονο το αίσθημα της αλληλεγγύης, ο Στέφανος μεγάλωσε ορφανός στην επαρχία και ως ενεργό πλέον μέλος των συνδικάτων εκπροσωπεί τη γενιά των μεταναστών που γνώρισαν την αδικία και διεκδίκησαν έναν πιο δίκαιο κόσμο. Η Τασούλα εμπνέεται από εκείνον, ταυτίζεται μαζί του και νιώθει πως μπορεί να του ανοίξει την καρδιά της. Η αίσθηση είναι αμοιβαία και θα σημαδέψει τις ζωές τους με τρόπους που δεν μπορούν να φανταστούν.
Καθοριστική είναι η παρουσία της Ρίτας, μιας γυναίκας σκληραγωγημένης από τη βία και τον κοινωνικό αποκλεισμό, που έχει μάθει να επιβιώνει με κάθε κόστος. Μετανάστρια της προηγούμενης γενιάς, με τραυματικές εμπειρίες για τις οποίες δύσκολα θα μιλήσει, παλεύει στη ζούγκλα της Νέας Υόρκης και τα καταφέρνει με τον δύσκολο τρόπο. Απόδειξη, το νυχτερινό κλαμπ που φέρει το όνομά της και πουλάει αλκοόλ εν μέσω ποτοαπαγόρευσης. Όλα αυτά όμως δεν έρχονται χωρίς επικίνδυνα ρίσκα και σκοτεινές συμφωνίες. Στη φωνή και τον χαρακτήρα της Ρίτας, η Τασούλα βλέπει να καθρεφτίζονται όσα θαυμάζει κι όσα φοβάται.
Ο Θόδωρος, ή αλλιώς Ted, είναι ο ιδιοκτήτης ενός μικρού και ταπεινού ελληνικού καφενείου της Αστόριας. Ανήκει στην πιο παλιά γενιά μεταναστών της Αμερικής και έχει ζήσει το πιο σκληρό της πρόσωπο, μεγαλώνοντας εκεί την κόρη του Σοφία. Το καφενείο, όπως συνηθιζόταν την εποχή εκείνη, αποτελεί τον τόπο συνάντησης μιας μικρής κοινότητας Ελλήνων μεταναστών που παλεύουν να ριζώσουν στη νέα γη και ταυτόχρονα να κρατήσουν ζωντανή την ανάμνηση της πατρίδας. Ο Θόδωρος ονειρεύεται μια ήρεμη ζωή χωρίς ανατροπές, κι όμως η ζωή έχει πάντα τον τρόπο να τον εκπλήσσει. Η συνάντησή του με την Τασούλα θα τον ταράξει, θα του ξυπνήσει την καλά θαμμένη αγάπη του για το τραγούδι και θα δώσει μια εντελώς φρέσκια πνοή στο καφενείο.
Ο Νώντας είναι ο άντρας που αρραβωνιάζεται εξ αποστάσεως την Τασούλα και τη φέρνει στη Νέα Υόρκη για να την παντρευτεί. Γλυκομίλητος και άνθρωπος του γλεντιού, περηφανεύεται ότι βοηθάει όλους τους Έλληνες και τους βρίσκει δουλειά, ενώ οι επικριτές του θεωρούν ότι ξέρει μόνο να εκμεταλλεύεται, να σπέρνει τη διχόνοια και να δουλεύει υπογείως για τη μαφία. Το μόνο σίγουρο είναι πως όποιος περάσει χρόνο δίπλα του έχει πολλά να μάθει για το πώς παίζεται το παιχνίδι στους επικίνδυνους δρόμους της Νέας Υόρκης.
Η Σοφία, κόρη του Θόδωρου και συνομήλικη της Τασούλας, κερδίζει την εμπιστοσύνη της και γίνεται θεματοφύλακας των μυστικών της, χωρίς ίσως να υποπτεύεται ότι υπάρχουν μυστικά που δεν αντέχουν να ειπωθούν. Μεγαλωμένη μέσα στο έντονα πολιτικοποιημένο κλίμα της εποχής, δοκιμάζει τις αντοχές του συντηρητικού πατέρα της με διεκδικήσεις που, ακόμα κι αν έχουν πάντα ως αντικείμενο το σωστό και το δίκαιο, μπορούν να οδηγήσουν σε ολέθρια λάθη. Η Μάγδα ταξιδεύει στο ίδιο καράβι με την Τασούλα, με ένα μωρό στην αγκαλιά και τον άντρα της να την περιμένει στην Αμερική. Υπέρμαχος του «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε», συστήνεται ως η ωμή χαρά της ζωής, με βαθιά πίστη σε όσα ενώνουν τους ανθρώπους και με τη λογική ότι ακόμα και στις πιο τραγικές συνθήκες πρέπει να προχωράμε προς το φως.
Με φόντο την ποτοαπαγόρευση, την οικονομική κρίση και την πολιτική αναταραχή της εποχής, η Τασούλα φτάνει ολομόναχη σε μια πόλη σκληρή και εκθαμβωτική, που υπόσχεται τα πάντα αλλά δεν χαρίζει τίποτα. Ανάμεσα σε ουρανοξύστες και υπόγειες συμφωνίες, καλείται να επιβιώσει, να σταθεί όρθια και να βρει τη φωνή της. Το ελληνικό καφενείο γίνεται το καταφύγιό της, ο τόπος όπου θα τραγουδήσει τους καημούς, τα όνειρα και τα πάθη μιας ολόκληρης κοινότητας μεταναστών που άφησαν πίσω τους πατρίδες, οικογένειες και ζωές, αναζητώντας μια δεύτερη ευκαιρία. Έρωτες, προδοσίες, συγκρούσεις συμφερόντων και μυστικές συμφωνίες συνθέτουν έναν πυκνό ιστό ανθρώπινων ιστοριών, μέσα στον οποίο η νεαρή γυναίκα αναμετριέται με το τίμημα της επιβίωσης και της προσωπικής ελευθερίας.
Η «ASTORIA» είναι μια μουσική παράσταση για τον έρωτα, τη δύναμη και την επιβίωση στον σκληρό κόσμο της ξενιτιάς, που ζωντανεύει στη σκηνή του Θεάτρου Παλλάς σε πρωτότυπο κείμενο Κωνσταντίνου Σαμαρά και σκηνοθεσία Βασίλη Μαυρογεωργίου. Μια μουσική ιστορία για τους Έλληνες που άντεξαν.
Η νέα μεγάλη παραγωγή ανεβαίνει στο Θέατρο Παλλάς από τις 19 Μαρτίου. Δεν έφυγαν για να γίνουν πλούσιοι, έφυγαν για να επιβιώσουν: στη Νέα Υόρκη του Μεσοπολέμου, σε μια πόλη που λάμπει και ταυτόχρονα καταβροχθίζει, οι Έλληνες μετανάστες χτίζουν μια μικρή πατρίδα μέσα σε ένα καφενείο, έναν τόπο όπου η γλώσσα, το τραγούδι και η μνήμη είναι τα μόνα πράγματα που δεν φορολογούνται. Ελλάδα και Νέα Υόρκη, χωρισμένες από έναν ωκεανό κι όμως ενωμένες σε ένα καφενείο, στην καρδιά της πιο θρυλικής συνοικίας μεταναστών, εκεί όπου οι μυρωδιές του ελληνικού καφέ μπλέκονται με τις γλώσσες του κόσμου.
Είναι μια ιστορία για τον έρωτα που επιμένει, για τους ανθρώπους που προσπαθούν να επιβιώσουν, να νιώσουν και να ονειρευτούν ξανά σε έναν ξένο τόπο. Μια ιστορία που εξυμνεί τη δύναμη και το ψυχικό σθένος της γυναίκας. Και πάνω από όλα είναι μουσική: μια ιστορία για το πώς η μουσική ενώνει, δημιουργεί κοινότητες και γίνεται κινητήρια δύναμη. Μια μουσική ιστορία για όσους έφυγαν και για όσους έμειναν πίσω, για τις γυναίκες που έπρεπε να μεγαλώσουν γρήγορα, για τους άντρες που έμαθαν να κρύβουν τον φόβο τους, για μια κοινότητα που τραγουδά για να μη χαθεί.
Η «ASTORIA» αντλεί τη μουσική της ταυτότητα από τα πιο εμβληματικά ρεμπέτικα της εποχής και από τους σπουδαιότερους μεταπολεμικούς απογόνους του είδους, όχι ως νοσταλγική αναπαραγωγή, αλλά ως ζωντανή σκηνική εμπειρία όπου το ελληνικό λαϊκό τραγούδι συναντά την αμερικανική μουσική ατμόσφαιρα της Νέας Υόρκης.
Με ζωντανή ορχήστρα επί σκηνής, υπό τη διεύθυνση του Νίκου Στρατηγού, ο οποίος υπογράφει και την πρωτότυπη μουσική και τις ενορχηστρώσεις, η «ASTORIA» γίνεται μια εμπειρία που συμπαρασύρει τον θεατή στον παλμό μιας ολόκληρης εποχής και αφηγείται τον πόνο της ξενιτιάς με αλήθεια και συγκίνηση.
Την παράσταση υπογράφουν, μεταξύ άλλων, ο Μανόλης Παντελιδάκης στα σκηνικά, η Αλεξία Θεοδωράκη στα κοστούμια, ο Παντελής Μάκκας στο video art, ο Πάρης Μαντόπουλος στη χορογραφία και την κίνηση και η Στέλλα Κάλτσου στους φωτισμούς. Βοηθοί σκηνοθέτη είναι η Ελένη Τσιναρέλη και η Ανατολή Τσελαρίδου. Οι φωτογραφίες και το video trailer είναι του Πάτροκλου Σκαφίδα και ο σχεδιασμός αφίσας και η οπτική ταυτότητα του Κωνσταντίνου Γεωργαντά.
Η παράσταση ανεβαίνει στο Θέατρο Παλλάς, Βουκουρεστίου 3-5, Αθήνα.