
Ο Κώστας, ένας νεαρός σεκιουριτάς σε δημόσιο νοσοκομείο, μετά τον ξαφνικό θάνατο του μεγαλύτερου αδελφού του, αναγκάζεται να γίνει κηδεμόνας της ανιψιάς του, ενώ ταυτόχρονα πνίγεται από τα χρέη του σπιτιού της οικογένειάς τους. Απελπισμένος, δέχεται την πρόταση ενός τραυματιοφορέα, ο οποίος του προσφέρει βοήθεια. Η βοήθεια αυτή όμως έρχεται με ένα τίμημα.
Η ιστορία διαδραματίζεται στη Νέα Πέραμο, ένα κάποτε ανθηρό αλλά υποβαθμισμένο προάστιο, και στις γειτονιές του Πειραιά. Ο Κώστας, 28 χρονών, δουλεύει εδώ και μερικούς μήνες ως φύλακας σε δημόσιο νοσοκομείο. Τα χρήματα δεν είναι σπουδαία, ζει ακόμα στο σπίτι της μητέρας του, στο παιδικό του δωμάτιο με τις εφηβικές αφίσες στον τοίχο. Βγαίνει με τη Στέλλα, που σπουδάζει λογιστική, και ονειρεύεται μια γρήγορη μοτοσικλέτα, χωρίς να φτάνουν τα λεφτά ούτε για αυτό. Νιώθει όμως πως η ζωή τούς ανήκει, γιατί είναι νέοι.
Μέχρι που ο μεγαλύτερος αδελφός του καταρρέει ξαφνικά μπροστά στα μάτια του. Τώρα έχει να φροντίσει την εξάχρονη ανιψιά του, τη μικρή Νίκη, αλλά και να βρει χρήματα για να σώσει το σπίτι τους από τα χρέη. Ζητά βοήθεια από την κουνιάδα του, εκείνη όμως παλεύει χρόνια με την κατάθλιψη και έχει αποξενωθεί και από αυτούς και από το παιδί. Ψάχνει απεγνωσμένα για μετρητά, έστω και λίγα, και δεν τα βρίσκει πουθενά. Τότε ο Νώντας, 50χρονος συνάδελφός του τραυματιοφορέας, θέλει να τον καλωσορίσει στη δική του οικογένεια: ένα νοσοκομειακό κύκλωμα που στήνει υποθέσεις ιατρικής αμέλειας. Το τίμημα θα είναι μεγάλο.
Διήγημα: 40 Μέρες της Κάλλιας Παπαδάκη.
Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου ηθοποιού (Γιάννης Καράμπαμπας) και βραβείο κοινού στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Επιστροφή στη μεγάλη οθόνη για την Πέννυ Παναγιωτοπούλου μετά από 11 έτη, αλλά και μόλις τρίτη της ταινία από το ντεμπούτο της το 2002.
Μετά από έναν ρόλο κομπάρσου στο Dodo, ο Γιάννης Καράμπαμπας κάνει εδώ ουσιαστικά το κινηματογραφικό του ντεμπούτο. Πρώτος ρόλος και για τη μικρή Γαρουφαλίνα Κοντόζου.
Το διήγημα 40 Μέρες της Κάλλιας Παπαδάκη περιέχεται στο βιβλίο Ο Ήχος του Ακάλυπτου.
Το Wishbone (2024) είναι ένα σκληρό κοινωνικό δράμα σε σκηνοθεσία Πέννυς Παναγιωτοπούλου και σενάριο της Κάλλιας Παπαδάκη, με τη σκηνοθέτιδα να συνυπογράφει. Η ταινία απεικονίζει το ταξίδι του ήρωα με ρεαλισμό, αναδεικνύοντας τη σκληρή κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα των περιορισμένων ευκαιριών, όχι μόνο πια για την εργατική αλλά και για τη μεσαία τάξη. Διεθνώς κυκλοφόρησε και ως Under Tension, ενώ στη Γαλλία ως Sous tension.
Ο Γιάννης Καράμπαμπας, στον πρώτο του ρόλο στον κινηματογράφο, ερμηνεύει με δύναμη και ακρίβεια, αποτυπώνοντας με αξιοπρέπεια και βάθος την εσωτερική σύγκρουση του ήρωά του, που η ανάγκη τον εξωθεί να αποφασίσει ενάντια στον τρυφερό και ιδεαλιστικό του χαρακτήρα και να συνδιαλλαγεί με έναν κόσμο ωμό και βαθύτατα κυνικό.
Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο Galway Film Fleadh (World Competition) και είχε επίσημες συμμετοχές στα φεστιβάλ 34ο Festival of East European Cinema Cottbus, Arras Film Festival (European Discovery), Festival del Cinema Europeo (Golden Olive Tree Competition), Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Sofia International Film Festival (Balkan Film Competition), D A Festival de Cinema de Barcelona και άλλα.
Απέσπασε τα βραβεία κοινού και πρωτοεμφανιζόμενου ηθοποιού στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, καθώς και το βραβείο καλύτερης φωτογραφίας στο Festival del Cinema Europeo (Golden Olive Tree Competition).
Η ιστορία βασίζεται στο διήγημα της Κάλλιας Παπαδάκη «Σαράντα Μέρες», από το βιβλίο «Ο Ήχος του Ακάλυπτου».
Τη διεύθυνση φωτογραφίας ανέλαβε ο Δημήτρης Κατσαΐτης, τη σύνθεση της πρωτότυπης μουσικής ο Νικόλας Αναδολής, το μοντάζ ο Πίτερ Μάρκοβιτς, τον ήχο ο Κωνσταντίνος Κίττου και το sound design ο Μπρούνο Τεριέρ με τον Γιώργο Μικρογιαννάκη. Διάρκεια 123 λεπτά, διανομή Rosebud.21.
Είναι μια συμπαραγωγή των P.P. Productions, Manny Films, Pallas Film, Felony Films και της ΕΡΤ, με την υποστήριξη του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, του ΕΚΟΜΕ, του Eurimages, του CNC, της Region Ile de France, του Υφυπουργείου Πολιτισμού της Κύπρου και του Creative Europe Media Desk.
Κριτικές: «Το κοινωνικό δράμα της Πέννυς Παναγιωτοπούλου αποτυπώνει με κινηματογραφική φινέτσα ανατριχιαστικά αστικά τοπία και κλειστοφοβικούς εσωτερικούς χώρους, ζωτικούς χώρους γεμάτους κοινωνικές ρήξεις, μέσα στους οποίους ο πρωταγωνιστής χάνει τον έλεγχο του εαυτού του και το μόνο που καταφέρνει, με μεγάλη προσπάθεια, είναι να διατηρήσει την πίστη του στο καλό των ανθρώπων. Μια ντοκιμαντερίστικη παραβολή που περιγράφει πού παρασύρεται μια κοινωνία όταν η βασική υποδομή καταρρέει και ο καθένας αναλαμβάνει την ευθύνη μόνο για ένα πράγμα, τον εαυτό του», έγραψε ο Bernd Buder για το Φεστιβάλ του Cottbus.
Το Cineuropa σημείωσε ότι η σκηνοθέτιδα χρησιμοποιεί ρεαλισμό και ποίηση για να μεταφέρει την κατάσταση μιας οικογένειας που κρατιέται γερά σε μια κατακερματισμένη κοινωνία, προσθέτοντας ότι πρόκειται για ταινία που άνετα θα μπορούσε να έχει γυριστεί από τον Ken Loach, τον μετρ του αγγλικού κοινωνικού κινηματογράφου, με πινελιές ποίησης, όπως τα εκπληκτικά κοντινά πλάνα στο μικρό κορίτσι, που δίνουν ελπίδα σε ένα ιδιαίτερα σκληρό κοινωνικό πορτρέτο.
Από τη γαλλική υποδοχή της ταινίας: η κάμερα μοιάζει να ακολουθεί την οπτική γωνία του πρωταγωνιστή, βυθίζοντας τον θεατή στην καθημερινότητα ενός ανθρώπου σε μια διαλυμένη κοινωνία, όπου το κράτος πρόνοιας και οι δημόσιες υπηρεσίες μοιάζουν να έχουν εξαφανιστεί. Η Παναγιωτοπούλου απομακρύνεται από τον ιταλικό νεορεαλισμό για να δημιουργήσει χώρους φορτισμένους με νόημα, όπως το νοσοκομείο και κυρίως το οικογενειακό σπίτι, ενώ η ταινία ξεφεύγει από το ελληνικό πλαίσιο και εξετάζει το είδος της ανθρώπινης κοινωνίας στην οποία υποτασσόμαστε ή θέλουμε να οικοδομήσουμε.
Στην ελληνική κριτική της για το flix.gr, η Λήδα Γαλανού σημείωσε ότι στην τρίτη μεγάλου μήκους ταινία της, έχοντας καταπιαστεί με την παιδική μνήμη και την απώλεια στο «Δύσκολοι Αποχαιρετισμοί: Ο Μπαμπάς μου» και με ένα γυναικείο πορτρέτο μοναξιάς στο «September», η Πέννυ Παναγιωτοπούλου στρέφεται στο ανδρικό πρότυπο, στη φυλακή που δημιουργεί και στα μεγάλα ηθικά διλήμματα της ζωής, σε μια ταινία μεγάλη από πολλές απόψεις.
Σημείωμα σκηνοθέτιδας: «Πάντα φοβόμουν εκείνη την ξαφνική στιγμή που διακόπτει τον κύκλο της ζωής. Μπορεί να συμβεί σε όλους μας και να αλλάξει για τα καλά την αντίληψη που έχει κανείς μέχρι τότε για τα πράγματα. Το Wishbone όμως, σε αντίθεση με τις προηγούμενες ταινίες μου, δεν είναι μόνο μια ταινία για την απώλεια. Νοιάζομαι περισσότερο για τους ανθρώπους που δεν έχουν καμία ελπίδα στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η κοινωνία μας. Είναι η πλειοψηφία. Άνθρωποι που δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα, όσο σκληρά και αν προσπαθήσουν. Καθημερινοί ήρωες, τραγικές φιγούρες, με μικρά όνειρα και μεγάλες αποτυχίες. Στα μάτια μου, ο Κώστας είναι ένας τέτοιος αόρατος ήρωας.»
Για τον θάνατο του αδελφού, η σκηνοθέτιδα εξηγεί ότι δεν είναι συμπυκνωμένος σε μία σκηνή αλλά διάσπαρτος σε όλη την ταινία. Λίγο πριν, μια εκτεταμένη σκηνή δείχνει τον Κώστα παρόντα στον θάνατο μιας άγνωστης γυναίκας, να προσπαθεί να παρηγορήσει τον σύζυγό της ενώ στην πραγματικότητα μιλά στον εαυτό του, και να συγκινείται από μια μικρή πλαστική σακούλα, το μόνο που έμεινε από μια γεμάτη ύπαρξη, γιατί η εμπειρία της απώλειας είναι καθολική και συνδέει τους ανθρώπους.
Για το κάστινγκ της μικρής Νίκης, η Παναγιωτοπούλου αναφέρει ότι το κορίτσι εμφανίστηκε τυχαία σε μια δοκιμή για τον ανδρικό ρόλο και, μετά από μήνες άκαρπης αναζήτησης, ξαναήρθε με τη μητέρα της αλλαγμένη, με μακρύτερα μαλλιά και χωρίς τα μπροστινά δόντια. Για τον πρωταγωνιστή, τον είχε δει κάποτε να απαγγέλλει ποιήματα του Καβάφη και ήξερε ότι κάποια στιγμή θα συνεργάζονταν: η ομορφιά του δεν είναι επιθετική αλλά ταπεινή, εύθραυστη και συγκρατημένη, με ίχνη από περασμένες εποχές, όπως ταίριαζε σε μια ιστορία ταυτόχρονα σύγχρονη και διαχρονική.
Για τη μητέρα λέει ότι δεν ήθελε το στερεότυπο της γυναίκας που χάνει τον γιο της, αλλά μια τραγική φιγούρα που δεν μπορεί να αντιδράσει, δεν μπορεί να συγχωρέσει τη Χρύσα και είναι ανίκανη να φροντίσει τη Νίκη. Ο χαρακτήρας της μητέρας της Νίκης βασίζεται σε στενή της φίλη που δεν μπορούσε να αποδεχτεί το νεογέννητο παιδί της, με τη σκηνοθέτιδα να επισημαίνει ότι η μητρότητα παραμένει ταμπού και ότι ο μύθος της είναι εν μέρει ανδρική κατασκευή.
Για το ηθικό δίλημμα του ήρωα, η σκηνοθέτιδα αμφισβητεί τον όρο διαφθορά: η πράξη του ίσως είναι διεφθαρμένη, ο ίδιος όχι ακόμη. Ο Κώστας υποκύπτει από ανάγκη, και αυτό ανοίγει το παράθυρο στην αποτυχία και την υποταγή του. Για το δημόσιο σύστημα υγείας σημειώνει ότι υποβαθμίζεται συστηματικά, με το ιατρικό προσωπικό να φεύγει για τον ιδιωτικό τομέα ή το εξωτερικό και τους λίγους εναπομείναντες ιδεαλιστές να δουλεύουν εξοντωτικά. Λόγω της πανδημίας χρησιμοποιήθηκαν τρία νοσοκομεία: ένα εγκαταλελειμμένο στη Χαλκίδα, που μετατράπηκε σε λειτουργικό, το ΚΑΤ και το Σωτηρία.
Οι γάτες λειτουργούν ως μεταφορά της οικογενειακής ζωής, ενώ η άρρωστη πορτοκαλιά ξαναβρίσκει τη λάμψη της στο τέλος, όταν ο Κώστας πραγματοποιεί το όνειρο του αδελφού του και το δέντρο ανθίζει εκτός εποχής. Το τελικό πλάνο, με την ψυχή του ήρωα να μοιάζει να αιωρείται, δεν ήταν προσχεδιασμένο, αλλά προέκυψε από την ευθεία γραμμή που συνδέει το εσωτερικό με το εξωτερικό ενός εγκαταλελειμμένου σπιτιού, με τρεις μελόντικες στο βασικό μουσικό θέμα και τον άνεμο μέσα στο σπίτι να εισάγουν μια μεταφυσική αίσθηση σε μια μέχρι τότε καθαρά ρεαλιστική αφήγηση. Η τελευταία σκηνή γυρίστηκε στο απογευματινό φως, σε contre lumiere, χωρίς εφέ στο post.