
Μόλις ο πατέρας του πεθάνει, ο Μεχρολάχ αναγκάζεται να εγκαταλείψει το χωριό του αναζητώντας δουλειά και χρήματα σε μια μεγαλύτερη πόλη, με σκοπό να βοηθήσει τη μητέρα του και τις αδερφές του. Έπειτα από μεγάλο διάστημα, αποφασίζει να επιστρέψει. Γεμάτος δώρα και ευτυχισμένος που τα κατάφερε, εκπλήσσεται δυσάρεστα όταν ανακαλύπτει ότι εν τη απουσία του η μητέρα του παντρεύτηκε έναν αστυνομικό. Έχουν μετακομίσει σε ένα μεγάλο σπίτι πράγμα το οποίο πληγώνει ακόμα περισσότερο τον μικρό Μεχρολάχ. Εκλαμβάνει την πράξη αυτή ως μεγάλη προσβολή. Απορρίπτει τον πατριό του και αρνείται να μπει στο καινούργιο σπίτι, προτιμώντας να μείνει στο παλιό.
Ο καλύτερός του φίλος, Λάκτιφ, προσπαθεί να λειτουργήσει πυροσβεστικά. Μάταια. Μια μέρα ο Μεχρολάχ εισβάλλει στο σπίτι του πατριού του και τα διαλύει όλα. Μάλιστα του κλέβει το υπηρεσιακό όπλο και φεύγει για να βρει το νέο του αφεντικό. Σημαδεύοντας τον, του ζητά τα χρήματα που του χρωστάει. Ο πατριός αναγκάζεται να τον συλλάβει. Στη διαδρομή προς το αστυνομικό τμήμα, όμως, η μοτοσικλέτα χαλάει, και οι δυο τους αναγκάζονται να διασχίσουν την έρημο χωρίς νερό και φαγητό…
Υποψηφιότητα για Χρυσό Αλέξανδρο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (1996).