Ο Τζέιμς Κόνολι (Βοστόνη 28 Οκτωβρίου 1868 - Νέα Υόρκη 20 Ιανουαρίου 1957) , ήταν Αμερικανός συγγραφέας , αθλητής και Ολυμπιονίκης το 1896 και το 1900.
Γεννήθηκε στην Βοστόνη σε φτωχή οικογένεια με Ιρλανδική καταγωγή ήταν γιος του Τζον Κόνολυ και της Αν Ο' Ντόνελ , είχε άλλα 11 αδέλφια . Πήγε δημοτικό σχολείο αλλά δεν συνέχισε στο γυμνάσιο έπιασε δουλειά ως υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρία στη Βοστόνη και αργότερα σε εταιρεία στη Σαβάνα της Γεωργίας. Από μικρός είχε προδιάθεση στον αθλητισμό, το 1891 άρχισε να αγωνίζεται στο Αμερικάνικο ποδόσφαιρο και τη ποδηλασία . Ο ίδιος δεν ήταν ικανοποιημένος από την εξέλιξη του και έστω και καθυστερημένα αποφάσισε να πάει στο γυμνάσιο.
Τον Οκτώβριο του 1895, έδωσε τις εισαγωγικές εξετάσεις της Επιστημονικής Σχολής του Λόρενς και έγινε αποδεκτή άνευ όρων για τη μελέτη των κλασικών στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ.
Το 1896 μαθαίνοντας για τους Ολυμπιακούς αγώνες της Αθήνας αποφάσισε να συμμετάσχει , ζήτησε άδεια από τον πρόεδρο της επιτροπής του Πανεπιστημίου . Η άδεια του δεν εγκρίθηκε και η παράδοση λέει ότι πήρε την απάντηση πως αν απουσιάσει από το πανεπιστήμιο θα πρέπει να παραιτηθεί πρώτα και όταν επιστρέψει να υποβάλει νέα αίτηση για να τον ξανά δεχτούν στο Χάβαρντ, τότε ο Κόνολι απάντησε δεν θα παραιτηθώ και δεν θα υποβάλλω αίτηση για να ξανά εισέλθω εκ νέου στο πανεπιστήμιο , είμαι στο Χάβαρντ πια, καλή σας μέρα.
Την εποχή εκείνη ήταν αθλητής του συλλόγου "Suffolk Athletic Club" όπου και τον βοήθησε να μεταβεί στην Αθήνα πληρώνοντας τα περισσότερα έξοδα του ταξιδιού.
Αρχικά ταξίδεψε με το γερμανικό εμπορικό πλοίο "Μπαρμπαρόσα", μαζί με κι άλλους Αμερικανούς αθλητές, μέχρι την Νάπολι όπου έπεσε θύμα ληστείας , από την Νάπολι έφτασε με τρένο στην Αθήνα.
Στους αγώνες της Αθήνας πήρε τρία μετάλλια, ήταν χρυσός Ολυμπιονίκης στο άλμα εις τριπλούν με άλμα στα 13.71 μέτρα με δεύτερο τον Έλληνα Τουφερή που αγωνιζόταν για την Γαλλία. Ήταν δεύτερος ολυμπιονίκης στο άλμα εις ύψος με άλμα στα 1.65 με πρώτο τον συμπατριώτη του Έλερι Κλαρκ, και τρίτος ολυμπιονίκης στο άλμα εις μήκος με άλμα στα 6.11 μέτρα πίσω από τους Κλαρκ και Γκάρετ .
Επιστρέφοντας στην Βοστόνη του έγινε δεκτός με ενθουσιασμό και του απονεμήθηκε ένα χρυσό ρολόι από τους πολίτες της Βοστόνης .
Πήρε μέρος και στους επόμενους Ολυμπιακούς αγώνες το 1900 στο Παρίσι . Πήρε μέρος στο άλμα εις τριπλούν όπου ήταν δεύτερος πίσω από τον Μάγιερ Πρίνσταϊν με άλμα 13.97 μ.
Στους Ολυμπιακούς αγώνες το 1904 στο Σεντ Λουίς δεν πήρε μέρος στα αγωνίσματα αλλά κάλυψε δημοσιογραφικά τους αγώνες. Μετά τους Ολυμπιακούς του 1896 δεν επέστρεψε ποτέ στο Χάβαρντ ,το οποίο όμως τον τίμησε το 1958 προσφέροντας του θέση επίτιμου διδάκτορα την οποία απέρριψε, υπηρέτησε και στον Αμερικάνικο στρατό στην Κούβα.
Έγραψε πάνω από 200 διηγήματα και 25 μυθιστορήματα ενώ ήταν και υποψήφιος για το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών χωρίς να καταφέρει να εκλεγεί.