Ο Charles Lloyd γεννήθηκε στον Μέμφις του Τενεσσί τον Μάρτιο του 1938. Όπως η Νέα Ορλεάνη, 400 μίλια νότια του Μισσισσιπή, έτσι και το Μέμφις έχει μία πλούσια κουλτούρα και σπουδαία μουσική κληρονομιά, εμποτισμένη με μπλουζ, γκόσπελ και τζαζ. Η ίδια η καταγωγή του Lloyd από Αφρικανούς, Ινδιάνους Τσερόκι, Μογγόλους και Ιρλανδούς αντικατοπτρίζει μία παρόμοια πλούσια κουλτούρα. Πήρε το πρώτο του σαξόφωνο στα 9 του χρόνια, καθηλωμένος από μία ραδιοφωνική αναμετάδοση του ΄40, με τους Charlie Parker, Coleman Wawkins, Lester Young, Billie Holiday και Duke Ellington. Μεταξύ των πρώτων δασκάλων του Lloyd συμπεριλαμβάνονται ο πιανίστας Phineas Newborn και ο σαξοφωνίστας Irvin Reason. Ο πιο κοντινός παιδικός του φίλος ήταν ο μεγάλος τρομπετίστας Booker Little. Σαν έφηβος, ο Lloyd έπαιζε τζαζ μαζί με τον σαξοφωνίστα George Coleman και συνόδευε μεγάλους μουσικούς των μπλουζ όπως οι Johnny Ace, Bobby Blue Bland, Howlin Wolf και B.B.King.
Αναγνωρισμένος ως ο «πατέρας του Παγκόσμιου Μουσικού Ρεύματος» (San Francisco Chronicle) o Charles Lloyd εργάστηκε ως μουσικός (sideman) στις μπάντες του Chico Hamilton και Cannonball Adderley, πριν ν’ αναρριχηθεί στην κορυφή, σαν αρχηγός του συγκροτήματος το 1966 που δημοσίευσε τη δισκογραφική του δουλειά «Forest Flower» η οποία ηχογραφήθηκε στο Monterey Jazz Festival και πούλησε 1.000.000 αντίτυπα! (αναδεικνύοντας ένα νέο εντυπωσιακό πιανίστα με το όνομα Keith Jarrett).
Στο αποκορύφωμα της δημοτικότητάς του, ξάφνιασε τους αναρίθμητους θαυμαστές του με την απομάκρυνσή του από την σκηνή γύρω στη δεκαετία του ’70. Μία ασθένεια διέκοψε την επιστροφή του το 1980, αλλά τη δεκαετία του ’90 ο Lloyd επέστρεψε ενεργά στη σκηνή επαναφέροντας άλμπουμ όπως το “Fish Out of Water” (1990), το Canto (1996) και το Voice In the Night (1998), το Water is Wide και το Hyperion With Higgins (2002 & 2001) καθώς και το Which Way is East (2004), που στιγμάτισαν την αξιοθαύμαστη συνεργασία του με τον Billy Higgins.