Ο βουβός, «κινησιολογικός» μονόλογος του Κρετζ, παρακολουθεί σε πραγματικό χρόνο μία ώρα από τη ζωή της Φρόιλαϊν Ρας, που επιστρέφει στο σπίτι από τη δουλειά της. Αλλάζει ρούχα, τακτοποιεί τα ψώνια της, συγυρίζει το διαμέρισμά της, κάνει την τουαλέτα της, πλένει το σερβίτσιο του πρωινού της, ακούει την αγαπημένη της εκπομπή στο ραδιόφωνο, τρώει βραδινό, επιλέγει τα ρούχα τής επόμενης μέρας, παίρνει ένα χάπι για την αϋπνία, μετά ένα δεύτερο…
Το έργο, γραμμένο το 1972, μιλάει, χωρίς ούτε μία λέξη, για τις απραγματοποίητες προσδοκίες των ανθρώπων, για τις ανέλπιδες προοπτικές της ζωής, την ανικανότητα διαφυγής από τα δεσμά της παραγωγής και τις περιορισμένες χίμαιρές της.
Ο τίτλος του έργου επιλέχθηκε να παραμείνει αμετάφραστος, καθώς καμία φράση στα ελληνικά δεν αποδίδει την ιδιαίτερα φορτισμένη πολιτικά σημασία που έχει η λέξη στη γλώσσα της.
Πληροφορίες
Από τις 11 Απριλίου η Εταιρεία Θεάτρου Συν-Επί θα παρουσιάσει στο Από Μηχανής Θέατρο το άκρως συγκινητικό, βουβά σαρωτικό Wunschkonzert (Βουντσκοντσέρτ) του Φραντς Ξαβιέρ Κρετζ, του πιο πολυπαιγμένου και πολυμεταφρασμένου γερμανού συγγραφέα στον κόσμο, μετά τον Μπρεχτ, στην πρώτη σκηνοθεσία της νέας και ταλαντούχας Ζωής Χατζηαντωνίου με τη Δέσποινα Κούρτη, μία από τις σημαντικότερες ηθοποιούς της γενιάς της, στο ρόλο της Φροϊλάιν Ρας.
Wunschkonzert
Ετυμολογία: σύνθετη γερμανική λέξη
α. der Wunsch = επιθυμία, ευχή β. das Konzert = η συναυλία, το κοντσέρτο
Ερμηνεία:
1. Με τη λέξη Wunschkonzert αναφερόμαστε σε μία συναυλία, κάθε είδους μουσικής, το πρόγραμμα της οποίας απαρτίζεται από τις επιλογές του κοινού της. Στο ραδιόφωνο είναι οι εκπομπές, στις οποίες οι ακροατές έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν τα αγαπημένα τους μουσικά κομμάτια και να στείλουν χαιρετισμούς και μηνύματα στους αγαπημένους τους. Ιστορικά πρωτοεμφανίζεται στη ναζιστική Γερμανία ως ένα εκ των πλέον επιτυχημένων προπαγανδιστικών σχεδίων του Τρίτου Ράιχ, καθώς επρόκειτο για την ονομασία μιας εξαιρετικά δημοφιλούς ραδιοφωνικής εκπομπής με τίτλο «Wunschkonzert fur die Wehrmacht», η οποία λειτουργούσε σαν δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα στους στρατιώτες που ήταν στο μέτωπο και τους αγαπημένους τους στην πατρίδα. Η εκπομπή εξέπεμπε κάθε Κυριακή στις 15.00 από τη Μεγάλη Σάλα Ραδιοφωνικών Εκπομπών στην οδό Masurenallee 8-14 στο Βερολίνο, όπου στεγαζόταν το Ραδιοφωνικό Μέγαρο. Κατά τη διάρκεια της εκπομπής οι «παραγγελίες» των ακροατών εκτελούνταν από ζωντανή ορχήστρα ενώπιον ουσιαστικά ενός εθνικού ακροατηρίου.
2. Wunschkonzert είναι ο τίτλος μιας ναζιστικής κινηματογραφικής ταινίας του 1940, σε σκηνοθεσία Eduard von Borsody, που παρακολουθεί τον έρωτα δύο νέων από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936 μέχρι το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου με φόντο την ομώνυμη ραδιοφωνική εκπομπή. Λέγεται ότι η ταινία αυτή σημείωσε τη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία, μετά την ταινία Die grosse Liebe, κατά τη διάρκεια του πολέμου.
3. Στη γερμανική γλώσσα η φράση das Leben ist kein Wunschkonzert («η ζωή δεν είναι εκπομπή επιθυμιών ή παραγγελιών») χρησιμοποιείται ως αντικομφορμιστικό σύνθημα που δηλώνει σε ελεύθερη μετάφραση «η ζωή δεν είναι παραγγελία κανενός».
Λίγα λόγια για το Wunschkonzert
Στο έργο αυτό, ο Κρετζ ασχολήθηκε με τη μεταφορική σημασία της σιωπής ως μονάδας μέτρησης της ακραίας σωματικής και συναισθηματικής αποστέρησης, δημιουργώντας μια παντομίμα απομόνωσης και μοναξιάς που οδηγεί στην αυτοκτονία. Η σιωπή της Φροϊλάιν Ρας όταν επιστρέφει στο μοναχικό της δωμάτιο λειτουργεί ως αποτελεσματικό μέσο έκφρασης της κενής της ζωής. Παραδόξως, η σιωπή από τη φύση της δεν είναι ικανή να επικοινωνήσει την προέλευση των προβλημάτων της. Πριν το Wunschkonzert ο Κρετζ περιέγραφε τις ρίζες των προβλημάτων μέσα από διαλόγους. Απρόθυμος να αφήσει την ερμηνεία του έργου στο έλεος της ιδιοτροπίας των κριτικών, ο Κρετζ έγραψε τη μεγαλύτερη εισαγωγή που είχε γράψει ποτέ για έργο του. Πράγματι, ο πρόλογος του Wunschkonzert δεν αφήνει περιθώρια αβεβαιότητας ως προς την ερμηνεία των δεινών που περιγράφουν τα έργα του: ο καπιταλισμός αποστέρησε από τους χαρακτήρες του κάθε ανθρώπινη αρετή και αξιοπρέπεια. Οι τελευταίες παράγραφοι του έργου είναι ένα μοιρολόι για το ανώφελο των άστοχων πράξεων βίας, με τις οποίες συχνά κλείνουν τα έργα του. Η φλογερή, η επαναστατική πλευρά του Κρετζ που ήταν φανερή στις πρώτες του συνεντεύξεις, ξανάκανε την εμφάνισή της στον πρόλογο του Wunschkonzert.
Από το βιβλίο του Richard W. Blevins, Franz Xavier Kroetz : the emergence of a political playwright, εκδ. Peter Lang. Μετάφραση αποσπάσματος: Έρι Κύργια
Σύμφωνα με τον Κρετζ, το έργο σκοπεύει να κάνει τους θεατές «να κατανοήσουν πόσο… “μίζερη” είναι η ζωή της Φροϊλάιν Ρας». Η «αγάπη, ο κόπος και το γούστο» με τα οποία η Φροϊλάιν Ρας έχει δημιουργήσει «έναν χώρο… που ξεχωρίζει από τα συνηθισμένα» σκοπεύει να προκαλέσει την ταύτιση και τη συμπάθεια? στη «μυρωδιά των επίπλων βιοτεχνίας» που είναι «παρούσα παντού», ερχόμαστε αντιμέτωποι με τη βλοσυρή συμμόρφωση με την οποία η Φροϊλάιν Ρας αποπειράται να δημιουργήσει κάτι μοναδικό και προσωπικό. ΚατΆ αυτόν τον τρόπο, η κοινοτυπία των σκηνικών πράξεων δημιουργεί μια κατάσταση στην οποία αυτές οι πράξεις ταυτόχρονα επικαλούνται και υποσκάπτουν την ταύτισή μας. Η ειρωνική αναμέτρηση με το θετικό και το αρνητικό, με εκείνο που μας έλκει κι εκείνο που μας απωθεί, δημιουργεί ένα είδος απόστασης που αποκαλύπτει την κρίσιμη ουσία του έργου.
Ingeborg C. Walther, The theater of Franz Xavier Kroetz, Peter Lang, σελ. 37-40.
Σημείωμα σκηνοθέτη
Χωρίς ούτε μια λέξη, μέσω της ενδοσκοπικής παρακολούθησης των πιο κοινότοπων χειρονομιών και δράσεων κατά τη βραδινή «τελετουργική» ρουτίνα μιας μοναχικής εργαζόμενης γυναίκας, χρησιμοποιώντας ακραία το ρεαλισμό και καταλύοντας την «παραδοσιακή» θεατρική πλοκή και δράση, ο Κρετζ εκθέτει και συσχετίζει τη μοναξιά, το κενό της ζωής της, την αδιαμφισβήτητη ένταξη και την αδιαπέραστη σιωπή της με τους κοινωνικούς–πολιτικούς παράγοντες που καθόρισαν και τελικά συνέθλιψαν τη ζωή της. Αυτό που προκύπτει είναι ένα έργο απόλυτα συμπυκνωμένο και συγκεντρωμένο στο ιδιωτικό–προσωπικό και ταυτόχρονα καθολικά ανοιχτό στην επιτομή ενός ολόκληρου σύγχρονου κόσμου.
Ζωή Χατζηαντωνίου
Για τον συγγραφέα
Φραντς Ξαβιέρ Κρετζ
Ο Φραντς Ξαβιέρ Κρετζ γεννήθηκε στο Μόναχο το 1946. Ο πατέρας του ήταν εφοριακός. Μεγάλωσε στη Βαυαρία και πήγε σε καθολικό σχολείο, αλλά το αυστηρό καθολικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ανατράφηκε, τον οδήγησε τελικά στην πλήρη αδιαφορία για τη θρησκεία. Ο ίδιος λέει ότι εξομολογήθηκε για τελευταία φορά όταν ήταν δεκατεσσάρων ετών κι ότι επισήμως ζήτησε να διαγραφεί από την Εκκλησία στα είκοσί του.
Όντας αδιάφορος μαθητής, ο Κρετζ, μετά το δημοτικό παραπέμφθηκε στο σχολείο που προετοίμαζε κατώτερους υπαλλήλους. Στην ηλικία των δεκαπέντε έχασε τον πατέρα του και σύντομα αποβλήθηκε από το σχολείο. Αποφάσισε τότε να γίνει ηθοποιός κι άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα στη Δραματική Σχολή του Μονάχου και σεμινάρια στη Βιέννη. Απέτυχε, όμως, στις εξετάσεις και των δύο σχολών, γράφτηκε σε νυχτερινό σχολείο και μετά από τρία χρόνια παρακολούθησης μαθημάτων, πήρε το απολυτήριό του. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, κατάφερε να πάρει κάποιους μικρούς ρόλους σε διάφορα ερασιτεχνικά και περιθωριακά θέατρα του Μονάχου, μεταξύ άλλων και στο Antitheater του άγνωστου τότε Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ. Αναγκασμένος καθώς ήταν να αυτοσυντηρείται, ανέλαβε διάφορες εργασίες, όπως κηπουρός, οδηγός φορτηγού, ανειδίκευτος νοσοκόμος σε ψυχιατρική κλινική, θυρωρός, ιδιωτικός σοφέρ.
Οι πρώτες του συγγραφικές απόπειρες ήταν επηρεασμένες από τα ρεαλιστικά έργα κοινωνικής κριτικής της καθημερινής ζωής που είχαν γραφτεί κατά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930 από τον Έντεν φον Χόρβατ και την Μαριλουίζε Φλάισερ, ωστόσο πολύ σύντομα ο Κρετζ άρχισε να αρθρώνει τη δική του θεατρική διάλεκτο. Το 1971 δύο μονόπρακτά του παίχτηκαν στο Kammerspiele του Μονάχου. Τα δύο έργα, τα ΚατΆ οίκον εργασία και Πείσμα, έδειχναν επί σκηνής ενέργειες όπως ο αυνανισμός, η απόπειρα άμβλωσης και ο φόνος ενός παιδιού. Το ύφος, η γλώσσα και το θέμα αυτών των έργων έγειραν τόσο βίαιες αντιδράσεις από το κοινό, ώστε το θέατρο χρειάστηκε να τεθεί υπό αστυνομική επιτήρηση. Παρά το σκάνδαλο, το έγκριτο περιοδικό γερμανόφωνου θεάτρου Theater Heute ανακήρυξε το ΚατΆ οίκον εργασία ως το «σημαντικότερο έργο της χρονιάς» και η πόλη του Μονάχου του απένειμε το μετάλλιο Λούντβιχ Τόμα. Ξαφνικά, θέατρα σε ολόκληρη τη Δυτική –τότε– Γερμανία ενδιαφέρθηκαν για τον Κρετζ, σκηνοθέτες έσπευσαν να προσθέσουν στο ρεπερτόριό τους ή ακόμη και να εξασφαλίσουν τα δικαιώματα για κάποιο από έργα που ο συγγραφέας είχε στο συρτάρι του. Στο μεταξύ η υποτροφία του εκδοτικού οίκου Suhrkamp εξασφάλισε στον Κρετζ τις συνθήκες για να αφοσιωθεί στη συγγραφή.
Στους επόμενους μήνες, ο Κρετζ έγραψε μια σειρά από μονόπρακτα, σε ένα ύφος που θα μπορούσε να περιγραφεί ως «υπερ-νατουραλιστικό».
Τον Μάρτιο του 1972 έγινε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και κατέβηκε υποψήφιος στη Βαυαρία. Την ίδια χρονιά του απενεμήθη το βραβείο Τεχνών του Βερολίνου. Κατά τη θεατρική περίοδο 1972-73 ήταν ο πιο πολυπαιγμένος γερμανόφωνος θεατρικός συγγραφέας. Παράλληλα, αρθρογραφούσε σε εφημερίδες και περιοδικά κι έγραφε κείμενα για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Τον Δεκέμβριο του 1974 μοιράζεται το βραβείο θεάτρου του Ανόβερου με τον Μπότο Στράους και τον Τόμας Μπέρνχαρντ. Τα επόμενα χρόνια αποχώρησε από το Κομμουνιστικό Κόμμα «για να μπορεί να βρίζει όπως παλιά, χωρίς να χρειάζεται να είναι προσεκτικός», δήλωσε ότι αποχωρεί και από το θέατρο, επανήλθε στο θέατρο γράφοντας, σκηνοθετώντας και πρωταγωνιστώντας στο έργο του Ούτε κρύο ούτε ζέστη, ενώ για το έργο του Αγρότες πεθαίνουν, σε σκηνοθεσία δική του που σημείωσε τεράστια επιτυχία στο Kammerspiele του Μονάχου, δέχθηκε σωρεία μηνύσεων για «βλασφημία» και «προσβολή της δημοσίας αιδούς».
Στις αρχές της δεκαετίες του 1990 ταξίδεψε στη Βραζιλία και το Περού, στην Ινδία και το Νεπάλ, στην Ταϋλάνδη, τη Μαλαισία και την Ινδονησία, εξέδωσε τις Σημειώσεις από τα ταξίδια του, ετοίμασε το σενάριο για την τηλεοπτική σειρά δεκαπέντε επεισοδίων "Ζώα και κτήνη", χωρίς όμως να ενδιαφερθεί κάποιος τηλεοπτικός φορέας, παντρεύτηκε με την Μαρί-Τερέζ Ρέλιν και έγινε πατέρας μιας κόρης και έπαιξε στην ταινία Μαντάμ Αγρότισσα του Φ. Ξ. Μπόγκνερ. Το 1994 ξαναπήγε για τρεις μήνες στην Ινδία και κατόπιν επέστρεψε στη Γερμανία, όπου σκηνοθέτησε το έργο του Ανάγκη και πάλι στο Kammerspiele του Μονάχου. Η επιτυχημένη πρεμιέρα της παράστασης σηματοδότησε την επιστροφή του μετά από δέκα χρόνια στο θεατρικό προσκήνιο. Έναν χρόνο μετά γεννήθηκε ο γιος του.
Ο Φραντς Ξαβιέρ Κρετζ θεωρείται σήμερα ο πιο πολυπαιγμένος και πολυμεταφρασμένος (έχει μεταφραστεί σε τουλάχιστον 38 γλώσσες) Γερμανός συγγραφέας στον κόσμο, μετά τον Μπρεχτ.
Εργογραφία
Θεατρικά έργα:
Η νύχτα του άσπρου πανιού, Βοήθεια, με παντρεύονται, Το θήραμα, Το αίμα του Μίχι, ΚατΆ οίκον εργασία, Πείσμα, Ανδρικές υποθέσεις, Το αγρόκτημα, Το τρενάκι του τρόμου, Αγαπητέ Φριτς, Wunschkonzert, Λίεντς η πόλη των Δολομιτών, ¶νω Αυστρία, Στέρνταλερ, Η φωλιά, Νέες προοπτικές, Ταξίδι στην ευτυχία, Πατρίδα, Εγκάρδια χαιρετίσματα από τον Γκράντο, Ούτε κρύο ούτε ζέστη, Φόβος και ελπίδα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, Αγρότες πεθαίνουν, Αγροτικό Θέατρο, Νοσταλγία του χρόνου, ο ποιητής ως γουρούνι, Η Ανάγκη (νέα επεξεργασία του έργου του Αγαπητέ Φριτς), Εγώ είμαι ο λαός, Το τέλος του ζευγαρώματος
Διασκευές:
Ιούλιος Καίσαρ (διασκευή από της σαιξπηρικής τραγωδίας), Ομπλότωφ (διασκευή του έργου του Ιβάν Γκοντσάροφ), Μαρία Μαγδαληνή (διασκευή του έργου του Χέμπελ), ¶γκνες Μπέρναουερ (διασκευή του έργου του Χάμπελ)
¶λλα λογοτεχνικά έργα:
Εκατό ποιήματα, Σημειώσεις από την Βραζιλία και το Περού, το Ημερολόγιο της Νικαράγουα, Σημειώσεις από την Ινδία, Δώδεκα μικρές ιστορίες με τίτλο: Αίμα, σπέρμα και δάκρυα & Έρημος και νερό
Βιογραφικά συντελεστών
Ζωή Χατζηαντωνίου
Ζει και εργάζεται ως ανεξάρτητη χορογράφος στην Αθήνα από το 2003. Έχει συνεργαστεί με πολλές ελληνικές θεατρικές ομάδες και σκηνοθέτες, καθώς και με τη νεανική θεατρική ομάδα της schaubuehne υπό την καθοδήγηση της Uta Plate. Το 2005-2006 ήταν συνεργαζόμενη σκηνοθέτις, δραματουργός και χορογράφος στο ευρωπαικό project i-map (integration of media, art and performance) της ομάδας amorphy.org που παρουσιάστηκε ταυτόχρονα στην Αθήνα, το Αμστερνταμ και τη Σόφια με τη μορφή της διαδραστικής παράστασης πολυμέσων “see you in walhalla” και το 2007 στη live video-game performance “fwd: see you in walhalla” που παρουσιάστηκε στο Πειραιώς 260 στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών. Χορογραφική δουλειά της έχει παρουσιαστεί στο Joyce Soho NYC με την cosmosdance.co, στο Arts Evolving Theater, solo performance, στο Cultural Center of Macao και το London Southbank Center με το Θέατρο της Σιωπής.
Δέσποινα Κούρτη
Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Θέατρο στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Από το 1991 συνεργάστηκε με το Ανοιχτό Θέατρο, το Κ.Θ.Β.Ε, το θέατρο Αμόρε- θέατρο του Νότου, την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Έχει παίξει σε έργα των: Σαίξπηρ, Ευριπίδη, Τσέχωφ, Στρίντμπεργκ, Μπρεχτ, Μαριβώ, Μπρους Μάγιερς, Ντοστογιέφσκυ, Γκαίτε, Σνίτσλερ, Σίμελπφένιχ, Ρομέρ, Καζαντζάκη, Τσβετάγιεβα, Ρίντλευ κ.α Έχει συνεργαστεί με τους σκηνοθέτες: Γιώργο Μιχαηλίδη, Στάθη λιβαθηνό, Θωμά Μοσχόπουλο, Σωτήρη Χατζάκη, Νίκο Χατζόπουλο, Νικαίτη Κοντούρη, Βίκυ Γεωργιάδου, Τσέγαρις Γκραουζίνις, Γιάννη Μόσχο, Βασίλη Μαυρογεωργίου κ.α. Έχει παίξει σε ταινίες των ¶. Κόκκινου, Γ. Κατακουζηνού, Ν. Τριανταφυλλίδη, Κ.Φλέσσα, Βαρδή Μαρινάκη, Φίλιππου Τσίτου, Μαργαρίτας Μαντά κ.α. Έχει βραβευθεί με το Κρατικό Βραβείο β΄ γυναικείου ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.