Αναζήτηση
στο iShow.gr
στο πρόγραμμα τηλεόρασης
Το τελευταίο ατού - iShow.gr
Το τελευταίο ατού (Ace in the Hole)
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
VIDEO
Φιλμ νουάρ
Είδος
Φιλμ νουάρ αμερικανικής παραγωγής 1951
Διάρκεια
111'
Συντελεστές
Υπόθεση
Ο Τσακ Τέιτουμ είναι ένας πολύ φιλόδοξος, εγωκεντρικός, ξύπνιος αλλά ξεπεσμένος ρεπόρτερ. Πηγαίνει ένα ταξίδι στο Νέο Μεξικό, αφού έχει απολυθεί από 11 εφημερίδες για δυσφήμιση, μοιχεία και ποτό, ανάμεσα στα άλλα. Εκεί έχει βρει μια ασήμαντη δουλειά σε μια μικρή τοπική εφημερίδα. Προσπαθεί να παραμείνει νηφάλιος και δουλεύει ήρεμα. Ενώ καλύπτει ένα ασήμαντο νέο πέφτει πάνω σε ένα δημοσιογραφικό λαβράκι: ένας άντρας, ο Λίο Μινόζα, έχει παγιδευτεί μέσα σε μια σπηλιά που κατέρρευσε. Πιστεύοντας ότι έχει βρει τη χρυσή ευκαιρία που θα τον ξαναφέρει στην επιφάνεια και θα του δώσει φήμη, εκμεταλλεύεται την είδηση και την κάνει πρώτο θέμα στις εφημερίδες. Γύρω από τον άτυχο παγιδευμένο άντρα ενορχηστρώνεται ένα μεγάλο δημοσιογραφικό γεγονός, που εξελίσσεται σε ένα καρναβάλι των μίντια. Στην έρημη κοιλάδα έξω από τη σπηλιά, στήνονται υπαίθρια μαγαζιά που πουλάνε πρόχειρο φαγητό, λούνα παρκ, μπάντες που βγάζουν τραγούδια σχετικά με το θέμα, ενώ τα πούλμαν με τους τουρίστες διαδέχονται το ένα το άλλο… Όλοι θέλουν να βρεθούν σε αυτό το συμβάν που έχει λάβει τεράστια δημοσιότητα. Και όσο πιο μεγάλο γίνεται το γεγονός στις ειδήσεις, όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον απομακρύνεται από τον κύριο και αληθινό σκοπό της είδησης: τη διάσωση του εγκλωβισμένου άντρα….
Trailer
Πληροφορίες
ΕΝΑΣ ΑΔΙΣΤΑΚΤΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ
ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ…


ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΥΝΙΣΜΟ ΤΩΝ ΜΜΕ
ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΟΣΟ ΠΟΤΕ!

«ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΟ»
Chicago Reader


«Καυστικά επίκαιρη»
The Village Voice”


«Μια από τις σπουδαιότερες αμερικανικές ταινίες του ‘50»
Tv Guide


Ψηφίστηκε μια από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών
Empire magazine

Ένα σπάνιο διαμάντι 60 χρόνια μετά, ξανά στους κινηματογράφους, στις 30 ΙΟΥΝΙΟΥ 2011 με καινούργιες κόπιες 35mm!


Η ΤΑΙΝΙΑ
Χειραγώγηση, εκμετάλλευση, οπορτουνισμός και αθλιότητα των μίντια. Η ταινία είναι ένα σκληρό και συναρπαστικό πορτρέτο του χειρισμού των ειδήσεων από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, μια ανοιχτή επίθεση στη διεφθαρμένη δημοσιογραφία, και τον ζοφερό χαρακτήρα του «αιμοδιψούς» κοινού. Κανένας δεν γλιτώνει από την αυστηρή κριτική. Μια ταινία που έγινε πριν από 60 χρόνια πριν αλλά είναι ακόμα επίκαιρη, περισσότερο από ποτέ!
Από τη στιγμή που ο δημοσιογράφος Τσακ Τέιτουμ φτάνει στο Αλμπερκέρκι με το χαλασμένο του αμάξι μέχρι και την τελευταία σκηνή με αυτόν, όπου η κάμερα πλησιάζει πολύ το πρόσωπό του, ο Ουάιλντερ δημιουργεί ένα σπάνιο έργο που «καίει». Μια ταινία που προηγείτο της εποχής της και ίσως γι’ αυτό και δεν είχε επιτυχία στην Αμερική όταν πρωτοπροβλήθηκε. Ενόχλησε φαίνεται πολύ, μίλησε για αλήθειες της αμερικανικής κοινωνίας, ξεμπρόστιασε την υποκρισία, τα έβαλε με τον κιτρινισμό πολλών δημοσιογράφων.

Η εταιρεία παραγωγής, προσπάθησε να ξαναπροωθήσει την ταινία στους κινηματογράφους με νέο τίτλο, «Το μεγάλο καρναβάλι», αλλά και πάλι δεν κατάφερε να σημειώσει εισπρακτική επιτυχία. Αυτό βέβαια δεν μειώνει την αξία της ταινίας, καθώς σήμερα πια, που η ζοφερή εικόνα των μίντια που μας δίνει ο Ουάιλντερ έχει επαληθευτεί, θεωρείται μια από τις πιο ρεαλιστικές, αριστουργηματικές κλασικές ταινίες, που δικαιούται μια θέση στην κινηματογραφική ιστορία.

Ωστόσο, η ταινία την εποχή που προβλήθηκε είχε και επιτυχία, απλώς όχι στην Αμερική: σημείωσε μεγάλη επιτυχία στην Ευρώπη, όπου οι κριτικοί λάτρεψαν την επίθεση του Ουάιλντερ στην αμερικανική ηθική, και η ταινία κέρδισε το Διεθνές βραβείο στο φεστιβάλ της Βενετίας.
Η ταινία αναγγέλλει τις απαισιόδοξες προθέσεις της από την αρχή. Τα πρώτα γεγονότα είναι ξερά, ωμά, κυνικά, και καταλαβαίνουμε αμέσως ότι δεν πρόκειται να παρακολουθήσουμε κάτι που θα μας «χαϊδέψει» ή θα μας κολακέψει.

Οι χρωματικές διαθέσεις της ταινίας είναι επίσης αξιοσημείωτες και διαφορετικές: η ταινία χαρακτηρίζεται φιλμ νουάρ αλλά δεν πρόκειται για ένα κλασικό φιλμ νουάρ με έντονο κοντράστο ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Αντίθετα εδώ είναι όλα λουσμένα στο εκτυφλωτικό, βασανιστικό φως του ήλιου της ερήμου, ενώ πολλές σκηνές σε τόνους του γκρι, θυμίζουν ιταλικό νεορεαλισμό. Επίσης, η αίσθηση της ταινίας είναι ντοκιμαντερίστικη ενώ το ζευγάρι των Μινόζα, ο εγκλωβισμένος άντρας και η άπιστη σύζυγός του, φέρνουν στο νου ανθρώπους που έχουν περάσει πολλά δεινά, όπως μετανάστες της Αμερικής ή άλλους πολίτες που έχουν βιώσει δύσκολες οικονομικές περιόδους της χώρας.

Τέλος, οι εκατοντάδες τουρίστες είναι σαν αιμοβόρα αρπαχτικά, που γεμίζουν το τοπίο με τα αυτοκίνητά τους. Δημιουργείται μια ατμόσφαιρα καρναβαλιού, με μουσικές, φαγητά, σουβενίρ, ένα κανονικό σόου, που έχει ενορχηστρώσει ο οπορτουνιστής και κυνικός Τσακ, προσπαθώντας να ξελασπώσει ο ίδιος.
Η ταινία σήμερα είναι ιδιαίτερα επίκαιρη. Για την εποχή της ήταν μάλιστα προφητική, καθώς τώρα τα ΜΜΕ έχουν πλέον πρωταγωνιστικό ρόλο στη σύγχρονη κοινωνία. Η δεοντολογία έχει πολλές φορές καταπατηθεί και ξεπεραστεί σε απίστευτο βαθμό, η πραγματικότητα διαθλάται μόνο μέσα από την «αλήθεια» των ΜΜΕ και μεγάλων καναλιών όπως το CNN. Τα ΜΜΕ έχουν γίνει γενικά πολύ περισσότερο μπίζνες παρά ενημέρωση, θέαμα παρά αντικειμενικότητα, ενώ πολλές φορές το κοινό τα έχει ως μόνη πηγή ενημέρωσης.
Ο Ντάγκλας είναι τέλειος στο ρόλο του καυστικού δημοσιογράφου. Η φυσική δύναμη του παρουσιαστικού του και η μοναδική ποικιλία των εκφράσεων του προσώπου του δίνουν απίστευτη ζωντάνια και πάθος στον ήδη παθιασμένο αυτό χαρακτήρα.
Ο Ουάιλντερ σε αυτή την ταινία επέλεξε να μην κάνει αισθητή παρουσία της κάμερας. Δεν κάνει σκηνοθετικά κόλπα, γιατί όπως είχε δηλώσει ο ίδιος «δεν ήθελε η κάμερα να μπαίνει στη μέση και να παρεμποδίζει την ιστορία.» Η εφετζίδικη σκηνοθεσία, αποσπά από την ίδια την ταινία. Παρόλα αυτά υπάρχουν και κάποιες υπέροχες σκηνοθετικές χρήσεις της κάμερας, σε προσεκτικά επιλεγμένες σκηνές της ταινίας, μόνο εκεί που πρέπει.

Για το σενάριο αυτής της ταινίας, ο Ουάιλντερ δεν διάλεξε τον παλιό του συνεργάτη Τσάρλς Μπράκετ, αλλά τους Ουόλτερ Νιούμαν και Λέσερ Σάμιουελς. Και μαζί γράψανε ένα από τα πιο καυστικά σενάρια του Χόλιγουντ, που ήταν σίγουρο ότι θα ενοχλούσε. Και για να το κάνουν ακόμα πιο δυνατό και πιο «δυσοίωνο», κάνουν το βουνό που έγινε ο εγκλωβισμός να είναι ιερός χώρος Ινδιάνων, που η εισβολή του σε αυτόν αναστατώνει τα πνεύματα και αποτελεί ύβρη, η οποία θα πληρωθεί αναλόγως!

Έτσι, και οι τίτλοι των εφημερίδων στο θέμα που εκμεταλλεύεται ο Τέιτουμ είναι ακόμα πιο παχυλοί και ζουμεροί: «Η κατάρα των 7 όρνεων», προσθέτει όλο το δράμα και την θεατρική ένταση που χρειάζεται, για να πιστέψει ο κόσμος ότι εκεί γίνεται κάτι αξιοσημείωτο, που δεν πρέπει να χάσουν…
Η υπόθεση της ταινίας είναι εμπνευσμένη από 2 αληθινά γεγονότα. Το πρώτο ήταν ένα συμβάν που έγινε το 1925, όταν ένας άντρας, ο Φλόιντ Κόλινς, εξερευνούσε μια σπηλιά στο Κεντρικό Κεντάκι και παγιδεύτηκε πολλά μέτρα κάτω από την επιφάνεια. Η ιστορία έφτασε στα εθνικά νέα, όταν ένας νεαρός ρεπόρτερ άρχισε να παίρνει συνέντευξη του άτυχου άντρα ενόσω αυτός βρισκόταν παγιδευμένος, τραβώντας έτσι το ενδιαφέρον του Τύπου και χιλιάδων θεατών.

Το δεύτερο είχε συμβεί τον Απρίλη του 1949. Ένα τρίχρονο κοριτσάκι, η Κάθυ Φίσκους, στην Καλιφόρνια, έπεσε σε ένα εγκαταλειμμένο πηγάδι και κατά τη διάρκεια διάσωσής της, που διήρκησε αρκετές μέρες, χιλιάδες άνθρωποι ήρθαν να δουν τη δράση. Και στις δύο περιπτώσεις τα θύματα πέθαναν πριν διασωθούν.
Το σκηνικό που στήθηκε σε εκείνη την κοιλάδα ήταν το μεγαλύτερο που είχε ποτέ κατασκευαστεί μέχρι τότε για μη πολεμική ταινία. Είχε ύψος 72 μέτρα, πλάτος 370 μέτρα και ήταν 490 μέτρα βαθύ, για να περιλαμβάνει όλη τη διαμόρφωση του εδάφους που χρειαζόταν: τον ινδιάνικο βράχο, τη σπηλιά που έχει καταρρεύσει, τους χώρους στάθμευσης και το «λούνα παρκ». Στην ταινία χρησιμοποιήθηκαν περισσότεροι από 1000 κομπάρσοι και 400 αυτοκίνητα για τις σκηνές πλήθους. Μάλιστα, είχε γίνει τόσο εντυπωσιακό το σκηνικό, που η Πάραμαουντ, αφού ολοκληρώθηκε το φιλμ, το χρησιμοποίησε ως αξιοθέατο, βάζοντας εισιτήριο για να το επισκεφτείς!
Η εικόνα του Ουάιλντερ για τη διαφθορά φαίνεται περιλαμβάνει όλο το φάσμα της μεταπολεμικής Αμερικής, όπου περνούσαν κρίση οι ηθικές αξίες, και ο κόσμος πάσχιζε για μια όσο γίνεται ομαλή επιστροφή σε μια κανονικότητα μετά τα χρόνια του πολέμου. Ο Ουάιλντερ αποδεικνύεται εύστοχος και προφητικός, σχετικά με την νέα έξαψη που θα έφερνε η τηλεόραση στο να μεταδώσει κάτι θεαματικά, μετατρέποντας τους θεατές σε «εθισμένους» στην TV. Ήδη μιλά από τότε, για ιστορίες κατασκευασμένες, νέα που δημιουργούνται ουσιαστικά από διψασμένους για δόξα αριβίστες δημοσιογράφους, κακόβουλες ενέργειες που σκοπό έχουν μόνο το χρήμα, εκμετάλλευση των «ανθρώπινων θεμάτων», που ξέρουν ότι θα συγκινήσουν το λαϊκό αίσθημα. Όπως λέει και ο ίδιος ο Τέιτουμ στην ταινία «Τα άσχημα νέα πουλάνε»…



ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΚΕΡΚ ΝΤΑΓΚΛΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ‘50


«Μόλις επέστρεψα από μια περιοδεία στη χώρα, όπου παρακολούθησα πολλές προβολές της τελευταίας μου ταινίας, «ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΤΟΥ».
Ποτέ σε ολόκληρη την καριέρα μου, συμπεριλαμβανομένης και της ταινίας μου

«Φλογισμένα πάθη», καμιά δεν έχει προκαλέσει τόσο έντονες, θερμές, επίμαχες συζητήσεις, όσο αυτή εδώ.

Πολύς κόσμος λέει ότι η ταινία είναι ξερή και αδυσώπητη.
Ακόμα περισσότερο όμως λένε ότι το «ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΤΟΥ» είναι ζωηρό… συναρπαστικό… ρεαλιστικό. Ότι σκιαγραφεί αληθινούς χαρακτήρες και πώς αντιδρούν σε απελπισμένες καταστάσεις.

Ξέρετε ότι όντως υπάρχουν γυναίκες τόσο άπληστες, άκαρδες και άπιστες όσο η Λορέιν, που την υποδύεται η Τζαν Στέρλινγκ.
Όπως επίσης υπάρχουν και άντρες σαν τον Τσακ Τέιτουμ, τον αδίστακτο άντρα, τον οποίο υποδύομαι, ο οποίος δεν αφήνει ούτε άντρες, ούτε γυναίκες, ούτε ηθικές αρχές να σταθούν στο δρόμο του.

Μπορεί να με μισήσετε ως Τσακ Τέιτουμ… ή να με επευφημήσετε –αλλά δεν νομίζω να μείνετε αδιάφοροι… και όσο αυτός ο ρόλος σας αναστατώνει, σας εξάπτει, εγώ ως ηθοποιός είμαι ικανοποιημένος.

Νομίζω ότι το αμερικανικό κοινό είναι αρκετά ενήλικο για να εκτιμήσει τον αντίκτυπο αυτής της ειλικρινούς, καυστικής ταινίας, ειδικά έτσι όπως μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη από τον Μπίλι Ουάιλντερ, του οποίου οι εξίσου δυνατές ταινίες «Το χαμένο Σαββατοκύριακο» και «Η λεωφόρος της Δύσης», είχαν αναγνώριση παγκοσμίως.

Το να είμαι μέρος αυτής της ταινίας ήταν μια εμπειρία, που δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Ελπίζω ότι βλέποντας την ταινία, θα είναι και για σας μια εμπειρία που δεν θα ξεχάσετε ποτέ!»


Χαρακτηριστικές ατάκες της ταινίας:

«Μπορώ να χειριστώ μεγάλες ειδήσεις και μικρές ειδήσεις. Και αν δεν υπάρχουν καθόλου ειδήσεις, θα βγω έξω και θα δαγκώσω ένα σκύλο»

«Τα άσχημα νέα πουλάνε καλύτερα. Γιατί τα καλά νέα δεν είναι νέα»

«Είναι μια καλή ιστορία στην εφημερίδα για σήμερα. Αύριο θα τυλίγουν ψάρια σε αυτήν»


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΣ ΤΟΥ ΚΕΡΚ ΝΤΑΓΚΛΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ:

Η ταινία «Το τελευταίο ατού» ήταν μια υπέροχη ευκαιρία να δουλέψω με έναν γίγαντα σκηνοθέτη, τον Μπίλι Ουάιλντερ, και να παίξω πάνω στο ίδιο θέμα που είχα δουλέψει και πριν: την επιθυμία του Αμερικανού να προχωρήσει μπροστά, να ανέβει στην κορυφή. Και επίσης ήταν κάτι που βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Ήταν μια αληθινή υπόθεση, του Φλόιντ Κόλινς, με έναν αδίστακτο ρεπόρτερ. Οπότε, το γεγονός ότι ο χαρακτήρας μου ήταν ένας ανήθικος τύπος, δεν σημαίνει ότι δεν είχε και κάποια άλλα στοιχεία που εξισορροπούν λίγο την κατάσταση. Όταν παίζω έναν αδύναμο χαρακτήρα προσπαθώ να βρω πού είναι δυνατός και στον δυνατό ψάχνω αδυναμίες, σαν φωτοσκίαση περίπου. Ήταν λοιπόν ένας πολύ συναρπαστικός ρόλος και η ταινία πιστεύω ήταν μια από τις καλύτερες του Ουάιλντερ. Αν και δεν ήταν τόσο επιτυχημένη στην Αμερική όσο ήταν στον υπόλοιπο κόσμο. Ήταν πολύ ενδιαφέρουσα ταινία.
Ο Μπίλι είναι ένας από τους σκηνοθέτες-γίγαντες. Δούλευε με ένα τρόπο, που ελάχιστοι είχαν ή μπορούν να δουλέψουν τώρα. Όταν ξεκινήσαμε να γυρίζουμε το «τελευταίο ατού», νομίζω είχε στο χαρτί περίπου μόνο 2 πρώτες πράξεις του σεναρίου. Αλλά είμαι σίγουρος ότι μέσα στο μυαλό του είχε έτοιμο όλο το υπόλοιπο σενάριο. Ήταν σχεδόν παράτολμος. Ήταν πάντα συναρπαστικό να δουλεύεις μαζί του. Σε κρατούσε πάντα σε αγωνία. Γιατί ο Μπίλι ήταν πάντα ενδιαφέρον άνθρωπος, γιατί είχε έξοχη αίσθηση του χιούμορ, συχνά καυστικού, αλλά αυτό ήταν μια πρόκληση.
Άνθρωποι των μίντια, οι οποίοι ασχολούνται με το να σχολιάζουν και να κριτικάρουν άλλους ανθρώπους, είναι συνήθως οι ίδιοι πολύ ευαίσθητοι στο να δεχθούν κριτική. Και εγώ εδώ υποδυόμουν έναν αδίστακτο, ανήθικο δημοσιογράφο, που κρατούσε κάποιον εγκλωβισμένο στην τρύπα, για να δημιουργήσει μια πιο δραματική ιστορία. Και γι’ αυτό, η ταινία πιστεύω είναι ακόμα πιο σημαντική σήμερα. Γιατί όταν την κάναμε, ήταν ουσιαστικά προ τηλεόρασης. Και βλέπεις τώρα, ειδικά στην τηλεόραση, πόσο πολύ και πόσο συχνά έχουν γίνει όλα σόου μπίζνες. Θέλουν να κάνουν κάτι που να έχει θέαμα, δράμα και μερικές φορές τραβάνε στο έπακρο το θέμα, αντί για την αντικειμενική δημοσιογραφία που υποτίθεται ότι κάνουν.»


ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΡΟΤΖΕΡ ΕΜΠΕΡΤ ΓΙΑ ΤΟ «ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΤΟΥ»:


«Δεν υπάρχει ούτε ένα μαλακό ή συναισθηματικό κομμάτι στην ταινία του Μπίλι Ουάιλντερ, «Το τελευταίο ατού», ένα πορτρέτο της διεφθαρμένης δημοσιογραφίας και της ακόρεστης όρεξης του κοινού για αυτήν. Είναι εύκολο να κατηγορείς τον Τύπο για το πώς παρουσιάζει αυτοκαταστροφικούς σελέμπριτις, ερωτύλους παπάδες, διεφθαρμένους πολιτικούς ή αμετανόητους σίριαλ κίλερς, αλλά ποιος λατρεύει αυτές τις ιστορίες; Το κοινό. Ο Ουάιλντερ, πιστός στο όραμά του και πολύ μπροστά από την εποχή του, έκανε μια ταινία που οι μόνοι καλοί είναι το θύμα και ο γιατρός του. Αντί να κατηγορεί μόνο τον δημοσιογράφο που σχεδίασε αυτό το μιντιακό τσίρκο, είναι εξίσου σκληρός και απέναντι στους θεατές, που πληρώνουν 25 σεντς εισιτήριο. Κανείς δεν τη γλιτώνει εδώ.

Στην ταινία πρωταγωνιστεί ο Κερκ Ντάγκλας, ένας ηθοποιός που μπορεί να σου παγώσει το αίμα άμα θέλει, και εδώ είναι στον πιο βάναυσο ρόλο του. Έχει κάνει βέβαια κάποιες κωμωδίες και έχει υποδυθεί ήρωες, αλλά μπορούσε να είναι και ανελέητος, με το πρόσωπό του να συσπάται από χλευασμό και πικρία. Υποδύεται εδώ τον Τσακ Τέιτουμ, έναν έμπειρο ρεπόρτερ με πρόβλημα αλκοολισμού, που έχει απολυθεί από 11 δουλειές (για δυσφήμιση, μοιχεία, ποτό), που το αμάξι του χαλάει κάπου στο Αλμπερκέρκι και καταφέρνει με απατεωνιά να πιάσει δουλειά σε μια τοπική εφημερίδα.

Η ευκαιρία που περιμένει έρχεται την επόμενη χρονιά. Σταλμένος σε μια απομονωμένη πόλη για να καλύψει ένα κυνήγι φιδιών, σταματά σε ένα έρημο χωριουδάκι και ανακαλύπτει ότι ο ιδιοκτήτης του εμπορικού μαγαζιού της περιοχής έχει παγιδευτεί σε ένα εγκαταλειμμένο ορυχείο ασημιού μέσα σε μια σπηλιά. Ο Τέιτουμ ξεχνά τα φίδια και μπαίνει στο τούνελ να μιλήσει στον Λίο Μινόζα, του οποίου τα πόδια έχουν καταπλακωθεί από κορμούς. Όταν ο Τέιτουμ βγαίνει από το τούνελ, βλέπει το λαμπρό μέλλον: θα αποκτήσει αποκλειστικότητα της ιστορίας, θα την τραβήξει όσο μπορεί, για να «αρμέξει» χρήμα, δόξα και να πάρει πίσω την παλιά του δουλειά.

Δεν υπάρχει ούτε ένα περιττό πλάνο στην ταινία του Ουάιλντερ, η οποία είναι έτσι κι αλλιώς φτιαγμένη με μεγάλη οπτική οικονομία. Οι μαθητές του μοντέρ της ταινίας, Άρθουρ Σμιτ, θα μπορούσαν να διδαχθούν πολλά από τον τρόπο που κάθε πλάνο κάνει τον καθήκον του. Δεν υπάρχει ούτε χαριστικά ένα πλάνο δράσης-αντίδρασης. Η μαυρόασπρη φωτογραφία του Τσαρλς Λανγκ είναι επίσης αναπόφευκτη επιλογή. Η ιστορία μπορεί να χάλαγε με χρώμα.

Αν και η ταινία είναι 56 ετών (σ.σ. το 2007), διαπίστωσα παρακολουθώντας την ξανά ότι κρατάει ακόμα τη δύναμή της. Δεν έχει γεράσει, γιατί ο Ουάιλντερ και οι συν-σεναριογράφοι του, Ουόλτερ Νιούμαν και Λέσερ Σάμιουελς, ήταν τόσο ικανοί.

Ο Κερκ Ντάγκλας, γεννημένος το 1916 είναι ακόμα ένας δυνατός παίκτης. Δεν μας κάνει εντύπωση που ένας από τους πρώτους του κινηματογραφικούς ρόλους ήταν ως μπόξερ στην ταινία «Φλογισμένα πάθη». Όταν του πήρα συνέντευξη για το περιοδικό Εσκουάιρ το 1969, ο ρόλος του μποξέρ ήταν το κεντρικό θέμα του για τους χαρακτήρες του. Μου είπε: «Δεν έχει σημασία αν είσαι ο καλός ή το κάθαρμα. Αυτό που μετράει είναι να μην λυγίσεις!» Η προσήλωσή του και η ενέργειά του ως Τσακ Τέιτουμ είναι σχεδόν τρομακτική. Δεν υπάρχει τίποτα το ξεπερασμένο στην ερμηνεία του Ντάγκλας. Είναι εξίσου και τώρα αιχμηρή σαν κοφτερό μαχαίρι.

Ο Ουάιλντερ, γεννημένος στην Αυστρία, πρόσφυγας από το καθεστώς του Χίτλερ, έγινε ένας από τους σπουδαιότερους σκηνοθέτες της Αμερικής. Αλλά ποτέ δεν «έχαψε» το αμερικανικό όνειρο. Αυτό που είδε στην Ευρώπη τον έκανε ρεαλιστή. Αν και το «Τελευταίο ατού» πάντα θεωρούταν ένα από τα καλύτερα έργα του, η απόρριψή του από την εμπορικότητα δεν εξέπληξε: οι θεατές θέλουν έγκλημα, σασπένς, βία αλλά τους αρέσει το χάπι εντ, και ο Ουάιλντερ τους λέει να ξυπνήσουν και να δράσουν.»


Αποσπάσμα από το βιβλίο του Άκη Γαβριηλίδη, «Μπίλι Ουάιλντερ» (Εκδ. Αιγόκερως):


«Ο Λίο έχει μία σύζυγο (και συν-ιδιοκτήτρια του μαγαζιού), τη Λορέιν. Η Λορέιν είναι φανερό ότι τον παντρεύτηκε από ανάγκη, είναι μια απογοητευμένη σύζυγος και έχει ε-πιχειρήσει αρκετές φορές να φύγει στη Νέα Υόρκη για να γλιτώσει από την, κυριολεκτική όσο και μεταφορική, έρημο του Εσκουντέρο. Όταν συμβαίνει το ατύχημα, είναι έτοιμη να φύγει ακόμα μια φορά και ορι¬στικά, εγκαταλείποντας τον άντρα της στην τύ¬χη του. Ο Τέιτουμ τη μεταπείθει, όχι φυσικά με ηθικού τύπου επιχειρήματα, αλλά επισημαίνο¬ντας της ότι αν μείνει και παίξει την τεθλιμμέ¬νη και αγωνιώσα σύζυγο, θα έχει την ευκαιρία να πουλήσει όσα χάμπουργκερ δεν πούλησε σε ολόκληρο το διάστημα ύπαρξης της επιχείρη¬σης Minosa - Indian curios. Και ταυτόχρονα, βέ¬βαια, θα είναι ένα πολύ χρήσιμο πιόνι στη σκη¬νοθεσία του ίδιου του Τέιτουμ, γιατί μια ιστο¬ρία πουλάει καλύτερα στο αναγνωστικό κοινό όταν έχει κι ένα λαβ-στόρι.
Έτσι, η Λορέιν μένει, και διαπιστώνει ότι ο Τσακ είχε δίκιο. Αρχίζει λοιπόν να του εκδηλώ¬νει μια σαφή ερωτική διάθεση, αφενός επειδή αυ¬τός είναι τώρα ο «ισχυρός άνδρας» και, αφετέ¬ρου, επειδή βλέπει σε αυτόν μια ευκαιρία να ξε¬φύγει από το τέλμα της επαρχίας και μία «γέφυ¬ρα» για τον θαυμαστό κόσμο της μεγάλης πόλης.
Με βάση τα δικά του ιδιοτελή κίνητρα, όμως, ο Τσακ παραμένει παγερά αδιάφορος γι' αυτήν. Ούτως ή άλλως, αυτός είναι τόσο αφοσιωμένος στη μονομανία του, στην «αναζήτηση της αλή¬θειας», που δεν προβλέπει χώρο και χρόνο στη ζωή του για οποιαδήποτε γυναίκα —του το α¬παγορεύουν τα «ασκητικά ιδανικά» του, όπως θα έλεγε και ο Νίτσε. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να εμπλακεί σε μια σχέση που θα είναι τελείως αντίθετη στα «χρηστά ήθη» και —ά¬ρα— στις προσδοκίες του κοινού και θα τον ε¬μποδίσει να αφηγηθεί (και έτσι να πουλήσει) την ιστορία του.
Στο τρίγωνο αυτό, λοιπόν, οι επιθυμίες δεν είναι ποτέ αμοιβαίες: ο εγκλωβισμένος Λίο αγα¬πά και σκέφτεται τη Λορέιν, η Λορέιν επιθυμεί τον Τσακ, ο Τσακ αγαπά μόνο την επιτυχία και τη δόξα — δηλαδή τον εαυτό του. Οι ροές είναι πάντα μονής κατεύθυνσης.»
Συμμετέχουν
Κερκ Ντάγκλας
Chuck Tatum
Jan Sterling
Lorraine Minosa
Ρόμπερτ Άρθουρ
Herbie Cook (ως Bob Arthur)
Πόρτερ Χολ
Jacob Q. Boot
Frank Cady
Mr. Federber
Richard Benedict
Leo Minosa
Ray Teal
Sheriff Gus Kretzer
Λιούις Μάρτιν
McCardle
John Berkes
Papa Minosa
Frances Dominguez
Mama Minosa
iShow.gr - Ο κόσμος της Showbiz