Η Έμμα Τόμσον (Emma Thompson, 15 Απριλίου 1959) είναι Βρετανίδα ηθοποιός, σεναριογράφος και συγγραφέας. Η πορεία της στον κινηματογράφο, την τηλεόραση και το θέατρο ξεπερνά τις τέσσερις δεκαετίες και της έχει χαρίσει δύο Όσκαρ, τρία Βραβεία BAFTA, δύο Χρυσές Σφαίρες και ένα Βραβείο Έμμυ. Κέρδισε το Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου για την ταινία του 1992 Επιστροφή στο Χάουαρντς Εντ (Howards End) και το Όσκαρ Διασκευασμένου Σεναρίου για τη Λογική και Ευαισθησία (Sense and Sensibility, 1995), γεγονός που την καθιστά το μοναδικό πρόσωπο στην ιστορία των βραβείων που έχει κερδίσει Όσκαρ και ως ερμηνεύτρια και ως σεναριογράφος. Το 2018 η βασίλισσα Ελισάβετ Β' της απένειμε τον τίτλο της Dame Commander του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας για την προσφορά της στο δράμα. Μερικές από τις σημαντικότερες ταινίες της είναι οι εξής: Ερρίκος ο 5ος (Henry V, 1989), Επιστροφή στο Χάουαρντς Εντ (Howards End, 1992), Τα απομεινάρια μιας μέρας (The Remains of the Day, 1993), Εις το όνομα του πατρός (In the Name of the Father, 1993), Λογική και ευαισθησία (Sense and Sensibility, 1995), Όλες οι γυναίκες του προέδρου (Primary Colors, 1998), Αγάπη είναι... (Love Actually, 2003), Η τελευταία ευκαιρία (Last Chance Harvey, 2008), Η μαγική ομπρέλα (Saving Mr. Banks, 2013), Late Night (2019) και Good Luck to You, Leo Grande (2022).
Η Έμμα Τόμσον γεννήθηκε στο Λονδίνο στις 15 Απριλίου του 1959 και μεγάλωσε σε οικογένεια καλλιτεχνών. Η μητέρα της είναι η Σκωτσέζα ηθοποιός Φιλίντα Λόου, γεννημένη το 1932 στη Γλασκώβη, ενώ ο πατέρας της ήταν ο Άγγλος ηθοποιός και σεναριογράφος Έρικ Τόμσον (1929-1982), γνωστός κυρίως ως αφηγητής και συγγραφέας της αγαπημένης παιδικής τηλεοπτικής σειράς The Magic Roundabout. Έχει μια μικρότερη αδελφή, τη Σόφι, η οποία είναι επίσης ηθοποιός. Η οικογένεια ζούσε στο προάστιο Γουέστ Χάμστεντ του Λονδίνου και περνούσε τα καλοκαίρια της στη Σκωτία, όπου έμεναν οι παππούδες και ο θείος της ηθοποιού. Η Τόμσον φοίτησε στο Camden School for Girls. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 επισκέφθηκε για πρώτη φορά τις Ηνωμένες Πολιτείες, όταν ο πατέρας της ανέλαβε σκηνοθετική δουλειά στο Λος Άντζελες, μια πόλη που της φάνηκε τότε εντελώς ξένη.
Το 1977, αφού πέρασε τις εξετάσεις της στα αγγλικά, τα γαλλικά και τα λατινικά και εξασφάλισε υποτροφία, γράφτηκε στο Newnham College του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ για να σπουδάσει αγγλική φιλολογία. Εκεί αποφάσισε να ασχοληθεί με την υποκριτική. Σε συνέντευξή της το 2007 εξήγησε ότι, μελετώντας τις Βρετανίδες βικτωριανές συγγραφείς, ανακάλυψε το βιβλίο The Madwoman in the Attic, που αναφερόταν στις μεταμφιέσεις τις οποίες υιοθετούσαν προκειμένου να εκφράσουν όσα ήθελαν, και ότι το βιβλίο αυτό άλλαξε τη ζωή της, στρέφοντάς την παράλληλα προς τον φεμινισμό. Ασχολήθηκε με την πανκ ροκ σκηνή, έκοψε τα μαλλιά της κοντά και τα έβαψε κόκκινα, οδηγούσε μοτοσικλέτα και ήθελε να γίνει κωμικός με είδωλο τη Λίλι Τόμλιν. Στο Κέιμπριτζ προσκλήθηκε στη φημισμένη θεατρική ομάδα κωμωδίας Footlights από τον τότε πρόεδρό της Μάρτιν Μπέργκμαν. Στην ίδια ομάδα βρίσκονταν ο Στίβεν Φράι και ο Χιου Λόρι, με τον οποίο είχε δεσμό για κάποιο διάστημα. Ο Φράι έχει θυμηθεί ότι κανείς δεν αμφέβαλλε πως η Έμμα θα έφτανε μακριά και ότι το παρατσούκλι της ήταν «Emma Talented». Το 1980 εξελέγη αντιπρόεδρος των Footlights και συνυπέγραψε τη σκηνοθεσία της πρώτης αμιγώς γυναικείας επιθεώρησης της ομάδας, της Woman's Hour. Τον επόμενο χρόνο η ομάδα βραβεύτηκε με το βραβείο Perrier στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου για την επιθεώρηση The Cellar Tapes, η οποία εξασφάλισε και εμφανίσεις σε θέατρο του Λονδίνου. Την ίδια περίοδο, από το 1980 ως το 1982, συμμετείχε στην κωμική ραδιοφωνική σειρά Injury Time του BBC Radio 4, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1980 μελέτησε την τέχνη του κλόουν κοντά στον Φιλίπ Γκολιέ.
Το 1982 ο πατέρας της πέθανε από επιπλοκή καρδιολογικού προβλήματος σε ηλικία 52 ετών. Η ηθοποιός έχει πει ότι ο θάνατός του διέλυσε την οικογένεια και ότι δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει τη λύπη για την απουσία του. Πρόσθεσε ωστόσο ότι, αν εκείνος ζούσε, ίσως η ίδια να μην είχε βρει ποτέ τον χώρο ή το κουράγιο να κάνει όσα έκανε.
Την ίδια χρονιά ανέλαβε τον πρώτο επαγγελματικό της ρόλο, σε μια περιοδεύουσα θεατρική εκδοχή του Not the Nine O'Clock News. Έπειτα στράφηκε στην τηλεόραση, όπου η πρώιμη δουλειά της έγινε κυρίως δίπλα στους συνοδοιπόρους της από τα Footlights, τον Χιου Λόρι και τον Στίβεν Φράι. Πρώτη τους κοινή δουλειά ήταν η κωμική σειρά There's Nothing to Worry About! (1982) και ακολούθησε το The Crystal Cube (1983). Η σειρά επανήλθε ως η σκετσοκωμωδία Alfresco (1983-1984), που προβλήθηκε για δύο κύκλους με την Τόμσον, τον Φράι, τον Λόρι, τον Μπεν Έλτον και τον Ρόμπι Κολτρέιν. Το 1988 συνεργάστηκε ξανά με τους Φράι και Λόρι στη ραδιοφωνική σειρά Saturday Night Fry. Το 1985 πρωταγωνίστησε στην επανάληψη του μιούζικαλ Me and My Girl στο West End, δίπλα στον Ρόμπερτ Λίντσεϊ. Οι κριτικές ήταν διθυραμβικές και η παράσταση αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη τομή στην καριέρα της. Κράτησε τον ρόλο της Σάλι Σμιθ για δεκαπέντε μήνες, κάτι που την εξάντλησε. Στο τέλος της ίδιας χρονιάς έγραψε και παρουσίασε το δικό της τηλεοπτικό πρόγραμμα με τίτλο Emma Thompson: Up for Grabs για το Channel 4.
Η δεύτερη τομή ήρθε το 1987, όταν πρωταγωνίστησε σε δύο μίνι σειρές του BBC: το Fortunes of War, δράμα με φόντο τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο όπου συμπρωταγωνιστούσε ο Κένεθ Μπράνα, και το Tutti Frutti, μια σκοτεινή κωμωδία για ένα σκωτσέζικο ροκ συγκρότημα με τον Ρόμπι Κολτρέιν. Για τις ερμηνείες αυτές κέρδισε το βραβείο της Βρετανικής Ακαδημίας Τηλεόρασης καλύτερης ηθοποιού. Την επόμενη χρονιά έγραψε και πρωταγωνίστησε στη δική της σειρά για το BBC με τίτλο Thompson, η οποία όμως δεν έγινε καλά δεκτή. Το 1989 εμφανίστηκε μαζί με τον Μπράνα, με τον οποίο είχε πλέον σχέση, στην επανάληψη του θεατρικού του Τζον Όσμπορν Οργισμένα νιάτα (Look Back in Anger), σε σκηνοθεσία της Τζούντι Ντεντς και παραγωγή της Renaissance Theatre Company του Μπράνα. Αργότερα την ίδια χρονιά το ζευγάρι πρωταγωνίστησε και στην τηλεοπτική μεταφορά του έργου.
Το ντεμπούτο της στον κινηματογράφο ήρθε το 1989 με τη ρομαντική κωμωδία Για...ψύλλου πήδημα (The Tall Guy), την πρώτη ταινία μεγάλου μήκους σε σενάριο του Ρίτσαρντ Κέρτις, όπου υποδύθηκε τη νοσοκόμα που ερωτεύεται ο ήρωας του Τζεφ Γκόλντμπλουμ. Η ταινία δεν είχε μεγάλη εμπορική πορεία, αλλά η Κάριν Τζέιμς των New York Times τη χαρακτήρισε εξαιρετικά ευέλικτη κωμική ηθοποιό. Ακολούθησε η μεταφορά του σαιξπηρικού Ερρίκος ο Ε΄ (Henry V, 1989) σε σκηνοθεσία και πρωταγωνιστικό ρόλο του Μπράνα, τον οποίο η Τόμσον παντρεύτηκε την ίδια χρονιά. Η ταινία έλαβε διθυραμβικές κριτικές. Το ζευγάρι έγινε αντικείμενο τεράστιας δημοσιότητας και συγκρίθηκε με ιστορικά καλλιτεχνικά ζευγάρια όπως ο Άλφρεντ Λαντ με τη Λιν Φοντάν και ο Ρίτσαρντ Μπάρτον με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ. Το 1990 συνέχισε τη συνεργασία μαζί του στις θεατρικές παραστάσεις Όνειρο θερινής νυκτός και Βασιλιάς Ληρ, με την Chicago Tribune να χαρακτηρίζει εξαιρετική την ερμηνεία της ως Τρελού στη δεύτερη. Το 1991 επέστρεψε στον κινηματογράφο με το δράμα εποχής Ερωτική έμπνευση (Impromptu), πλάι στους Τζούντι Ντέιβις και Χιου Γκραντ, για το οποίο προτάθηκε για βραβείο Independent Spirit, και πρωταγωνίστησε στο νεονουάρ Νεκροί ξανά (Dead Again) σε σκηνοθεσία του Μπράνα, ερμηνεύοντας μια γυναίκα που έχει χάσει τη μνήμη της. Στις αρχές του 1992 εμφανίστηκε ως γκεστ σε επεισόδιο της σειράς Cheers, ως η πρώην σύζυγος του Φρέιζερ Κρέιν.
Καθοριστική για την καριέρα της υπήρξε η Επιστροφή στο Χάουαρντς Εντ (Howards End) το 1992, το δράμα εποχής των Μέρτσαντ και Άιβορι βασισμένο στο μυθιστόρημα του Έντουαρντ Μόργκαν Φόρστερ. Η ταινία εξετάζει το σύστημα των κοινωνικών τάξεων στην εδουαρδιανή Βρετανία, με την Τόμσον στον ρόλο μιας ιδεαλίστριας και προοδευτικής γυναίκας που εμπλέκεται με μια προνομιούχα και βαθιά συντηρητική οικογένεια, πλάι στους Άντονι Χόπκινς, Βανέσα Ρεντγκρέιβ και Ελένα Μπόναμ Κάρτερ. Η ίδια διεκδίκησε ενεργά τον ρόλο γράφοντας στον σκηνοθέτη Τζέιμς Άιβορι, ο οποίος δέχτηκε να την ακούσει σε οντισιόν και της τον εμπιστεύτηκε. Την ίδια περίοδο είχε απορρίψει τα Βασικό Ένστικτο και Το Πιάνο. Η ταινία έγινε απρόσμενη επιτυχία, έλαβε εννέα υποψηφιότητες για Όσκαρ και της χάρισε το Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου, μαζί με Χρυσή Σφαίρα και BAFTA. Ο Βίνσεντ Κάνμπαϊ υποστήριξε ότι ο ρόλος επέτρεψε στην ηθοποιό να σταθεί στα δικά της πόδια, μακριά από την επιρροή του Μπράνα, ενώ ο Ρότζερ Ίμπερτ έγραψε ότι ήταν εξαιρετική στον κεντρικό ρόλο, ήρεμη, ειρωνική και παρατηρητική, με ατσάλι μέσα της. Οι New York Times σημείωσαν ότι η ηθοποιός βρέθηκε παγκοσμίως αναγνωρισμένη σχεδόν μέσα σε μια νύχτα.
Ακολούθησαν δύο ακόμη συνεργασίες με τον σύζυγό της: η κωμωδία Οι φίλοι του Πίτερ (Peter's Friends, 1992), όπου έπαιξε μαζί με τους Στίβεν Φράι, Χιου Λόρι, Ιμέλντα Στόντον και Τόνι Σλάτερι μια παρέα αποφοίτων του Κέιμπριτζ που συναντιούνται δέκα χρόνια μετά, και η κινηματογραφική μεταφορά του σαιξπηρικού Πολύ κακό για το τίποτα (Much Ado About Nothing, 1993), όπου το ζευγάρι υποδύθηκε τη Βεατρίκη και τον Βενέδικτο δίπλα στους Ντένζελ Ουάσινγκτον, Κιάνου Ριβς και Μάικλ Κίτον. Και οι δύο ταινίες έλαβαν θετικές κριτικές, με τη δεύτερη να της χαρίζει υποψηφιότητα για βραβείο Independent Spirit. Το 1993 συνεργάστηκε ξανά με τους Μέρτσαντ και Άιβορι και τον Άντονι Χόπκινς στα Απομεινάρια μιας μέρας (The Remains of the Day), βασισμένο στο μυθιστόρημα του Καζούο Ισιγκούρο για μια οικονόμο και έναν μπάτλερ στη Βρετανία του Μεσοπολέμου. Η ηθοποιός έχει πει ότι την ενδιέφερε ιδιαίτερα η παραμόρφωση που επιφέρει στους ανθρώπους η υποταγή, καθώς η γιαγιά της είχε δουλέψει ως υπηρέτρια, και ότι θεωρεί την ταινία ένα από τα σημαντικότερα βιώματα της καριέρας της. Την ίδια χρονιά ερμήνευσε τη δικηγόρο Γκάρεθ Πιρς στο Εις το όνομα του πατρός (In the Name of the Father) του Τζιμ Σέρινταν, πλάι στον Ντάνιελ Ντέι Λιούις, σε ένα δράμα για την υπόθεση των Τεσσάρων του Γκίλφορντ. Οι δύο ταινίες της χάρισαν υποψηφιότητες για Όσκαρ Α' και Β' Γυναικείου Ρόλου την ίδια χρονιά, κατόρθωμα που είχαν πετύχει ελάχιστοι ερμηνευτές πριν από εκείνη.
Το 1994 έκανε το ντεμπούτο της στο Χόλιγουντ, υποδυόμενη μια αλλοπρόσαλλη γιατρό δίπλα στους Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ και Ντάνι ΝτεΒίτο στην κωμωδία Junior, η οποία απέτυχε εμπορικά, και επέστρεψε στον ανεξάρτητο κινηματογράφο με το Carrington, για τη σχέση της ζωγράφου Ντόρα Κάρινγκτον με τον συγγραφέα Λίτον Στρέιτσι, τον οποίο υποδυόταν ο Τζόναθαν Πράις. Το 1995 ήρθε η Λογική και ευαισθησία, η διασκευή του μυθιστορήματος της Τζέιν Όστεν που θεωρείται η πληρέστερη από τις πολλές μεταφορές του έργου της στη δεκαετία του 1990. Η Τόμσον, λάτρης της Όστεν, δούλεψε πέντε χρόνια πάνω στο σενάριο και ανέλαβε τον ρόλο της Έλινορ Ντάσγουντ αν και ήταν δεκαέξι χρόνια μεγαλύτερη από τη λογοτεχνική ηρωίδα, με σκηνοθέτη τον Ανγκ Λι και συμπρωταγωνιστές τους Κέιτ Γουίνσλετ και Χιου Γκραντ. Η ταινία έγινε μία από τις εμπορικά επιτυχέστερες της καριέρας της και της χάρισε υποψηφιότητα για Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου, το Όσκαρ Διασκευασμένου Σεναρίου, δεύτερο BAFTA ερμηνείας και Χρυσή Σφαίρα σεναρίου. Την ίδια χρονιά ο γάμος της με τον Μπράνα έλαβε τέλος.
Το 1997 πρωταγωνίστησε στο The Winter Guest, το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Άλαν Ρίκμαν, όπου υποδύθηκε την κόρη της πραγματικής της μητέρας, Φιλίντα Λόου. Την ίδια χρονιά η αυτοσαρκαστική εμφάνισή της σε επεισόδιο της σειράς Ellen της χάρισε το Βραβείο Έμμυ. Το 1998 συνεργάστηκε με τον Μάικ Νίκολς και τον Τζον Τραβόλτα στις Όλες τις γυναίκες του προέδρου (Primary Colors), ένα ζευγάρι εμπνευσμένο από τον Μπιλ και τη Χίλαρι Κλίντον. Η ταινία έγινε δεκτή με καλές κριτικές αλλά δεν απέδωσε εμπορικά, ενώ η ερμηνεία της εντυπωσίασε το αμερικανικό κοινό και πύκνωσε τις προτάσεις από μεγάλους παραγωγούς, τις οποίες σε μεγάλο βαθμό απέρριψε λέγοντας ότι το Λος Άντζελες είναι υπέροχο όσο ξέρεις ότι μπορείς να φύγεις. Ακολούθησε το θρίλερ Judas Kiss (1998) δίπλα στον Ρίκμαν, που δεν έγινε καλά δεκτό.
Όταν έγινε μητέρα το 1999, η Τόμσον αποφάσισε συνειδητά να περιορίσει τον ρυθμό της δουλειάς της και τα επόμενα χρόνια εμφανίστηκε συχνά σε δεύτερους ρόλους. Το 2001 πρωταγωνίστησε στην τηλεοπτική ταινία του HBO Wit, διασκευή του βραβευμένου με Πούλιτζερ θεατρικού της Μάργκαρετ Έντσον, όπου υποδύεται μια αυτάρκη καθηγήτρια του Χάρβαρντ που βλέπει τις αξίες της να κλονίζονται όταν διαγιγνώσκεται με καρκίνο των ωοθηκών. Η ίδια συνέβαλε ώστε τη σκηνοθεσία να αναλάβει ο Μάικ Νίκολς και ξύρισε το κεφάλι της για τον ρόλο. Ο Ρότζερ Ίμπερτ χαρακτήρισε αργότερα την ερμηνεία αυτή την καλύτερη της καριέρας της, ενώ η ταινία της χάρισε υποψηφιότητες για Χρυσή Σφαίρα, Έμμυ και βραβείο του Σωματείου Ηθοποιών. Το 2002 δάνεισε τη φωνή της στην πλοίαρχο Αμέλια στην ταινία κινουμένων σχεδίων της Disney Ο πλανήτης των θησαυρών (Treasure Planet). Το 2003 ήρθε μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές της επιτυχίες, η σπονδυλωτή ρομαντική κωμωδία του Ρίτσαρντ Κέρτις Αγάπη είναι... (Love Actually), όπου υποδύθηκε μια γυναίκα που ανακαλύπτει την απιστία του συζύγου της, τον οποίο έπαιζε ο Άλαν Ρίκμαν. Η σκηνή της κατάρρευσής της έχει χαρακτηριστεί από κριτικούς ως ένα από τα κορυφαία κλάματα που έχουν καταγραφεί στην οθόνη και της χάρισε υποψηφιότητα BAFTA Β' Γυναικείου Ρόλου. Η ίδια έχει πει ότι για κανέναν άλλο ρόλο δεν δέχεται τόσα σχόλια. Την ίδια χρονιά εμφανίστηκε στο Imagining Argentina, ως δημοσιογράφος που απάγεται από το δικτατορικό καθεστώς της Αργεντινής, και στην πολυσυζητημένη μίνι σειρά του HBO Ο Θεός ξέχασε τον Παράδεισο (Angels in America) του Μάικ Νίκολς, πλάι στη Μέριλ Στριπ και τον Αλ Πατσίνο, όπου υποδύθηκε τρεις ρόλους, ανάμεσά τους τον Άγγελο της Αμερικής, και προτάθηκε ξανά για Έμμυ.
Το 2004 ανέλαβε τον ρόλο της εκκεντρικής καθηγήτριας Μαντείας Σίμπιλ Τρελόνι στην τρίτη ταινία της σειράς Χάρι Πότερ, Ο Χάρι Πότερ και ο αιχμάλωτος του Αζκαμπάν, τον οποίο επανέλαβε στο Ο Χάρι Πότερ και το τάγμα του φοίνικα (2007) και στο Ο Χάρι Πότερ και οι κλήροι του θανάτου, Μέρος 2 (2011). Το 2005 κυκλοφόρησε η Νάννυ ΜακΦι, η μαγική νταντά (Nanny McPhee), ένα προσωπικό της εγχείρημα πάνω στο οποίο δούλευε εννέα χρόνια, εμπνευσμένο από τις ιστορίες Nurse Matilda που διάβαζε ως παιδί. Έγραψε το σενάριο και πρωταγωνίστησε δίπλα στους Κόλιν Φερθ και Άντζελα Λάνσμπερι, με την ταινία να φτάνει στην πρώτη θέση του βρετανικού box office και να εισπράττει 122 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως. Ακολούθησαν το Stranger than Fiction (2006), η Τελευταία ευκαιρία (Last Chance Harvey, 2008) με τον Ντάστιν Χόφμαν, η Μια κάποια εκπαίδευση (An Education, 2009) και το Ροκ εν πλω (The Boat That Rocked, 2009), ενώ το 2010 εμφανίστηκε στην τηλεοπτική παραγωγή The Song of Lunch.
Το 2012 συμμετείχε στην ταινία κινουμένων σχεδίων Γενναία (Brave) και στο Men in Black 3, ενώ το 2013 πρωταγωνίστησε στη Μαγική ομπρέλα (Saving Mr. Banks) ως η Πάμελα Τράβερς, συγγραφέας της Μαίρη Πόπινς, ρόλος που της χάρισε βραβείο από το National Board of Review, το βραβείο των κριτικών του Λας Βέγκας και υποψηφιότητα για Χρυσή Σφαίρα. Το 2014 ερμήνευσε την κυρία Λάβετ στην παραγωγή του Lincoln Center για το μιούζικαλ του Στίβεν Σόντχαϊμ Sweeney Todd: The Demon Barber of Fleet Street. Ακολούθησαν η Πεντάμορφη και το τέρας (Beauty and the Beast, 2017), ο Βασιλιάς Ληρ για την τηλεόραση (2018), η κωμωδία Late Night (2019), η μίνι σειρά Years and Years (2019), το Men in Black: International (2019), η Cruella (2021), το Matilda the Musical (2022) και το Good Luck to You, Leo Grande (2022). Παράλληλα συνέχισε το συγγραφικό της έργο, υπογράφοντας τα σενάρια των Nanny McPhee and the Big Bang, Effie Gray, Το μωρό της Μπρίτζετ Τζόουνς (Bridget Jones's Baby, 2016) και Last Christmas (2019), στο οποίο και εμφανίστηκε. Με την άδεια των εκδοτών της Μπίατριξ Πότερ έχει γράψει επίσης τρία παιδικά βιβλία με ήρωα τον Πίτερ Ράμπιτ.