
Ο Άρθουρ Μίλερ υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους θεατρικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα και η Μέριλιν Μονρόε μία από τις πιο εμβληματικές ηθοποιούς της εποχής της.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Guardian, σε ηχογραφήσεις που έρχονται τώρα στο φως, και πραγματοποιήθηκαν σε διάστημα σχεδόν τριών δεκαετιών, ο Μίλερ μιλά ανοιχτά για τον σύντομο γάμο τους, περιγράφοντας τη Μονρόε ως μια γυναίκα που αναζητούσε σε έναν σύζυγο «πατέρα, εραστή, φίλο και ατζέντη», ενώ εκτιμούσε ότι το παιδί που επιθυμούσε θα αποτελούσε «ένα επιπλέον πρόβλημα».
Στις συνομιλίες με τον φίλο και βιογράφο του, καθηγητή Κρίστοφερ Μπίγκσμπι, ο Μίλερ αναφέρει ότι αισθανόταν πως «ο θάνατος βρισκόταν πάντα πάνω από τον ώμο της». Όπως είπε, πίστευε ότι αν δεν «φρόντιζε τη ζωή της», εκείνη θα κατέληγε σε «καταστροφικό τέλος».
«Μία φορά έφερα γιατρούς για να της κάνουν πλύση στομάχου, επειδή είχε καταπιεί αρκετές ουσίες για να πεθάνει», ανέφερε. «Ένιωθα ότι βρισκόταν σε πολύ εύθραυστη ψυχολογική κατάσταση. Όπως αποδείχθηκε, χρειάστηκαν μερικά χρόνια, αλλά τελικά συνέβη. Ήταν πέρα από τις δικές μου δυνάμεις ή οποιουδήποτε άλλου να τη συγκρατήσει».
Ο Μίλερ δήλωσε ότι ο θάνατος της Μονρόε από υπερβολική δόση βαρβιτουρικών το 1962, σε ηλικία 36 ετών, του φαινόταν αναπόφευκτος. «Ήταν αδύνατο να ζήσει, πόσο μάλλον μαζί με κάποιον άλλον. Δεν μπορούσες να συνεχίσεις με τέτοια ένταση ζωής και με αυτά τα φάρμακα και να επιβιώσεις», είπε.
Η σχέση τους ξεκίνησε το 1955 ως εξωσυζυγικός δεσμός και παντρεύτηκαν το 1956. Ο Μίλερ παραδέχθηκε ότι μέσα σε λίγους μήνες συνειδητοποίησε πως είχε κάνει λάθος. «Δεν ήμουν πραγματικά προετοιμασμένος για αυτό που έπρεπε να είχα προβλέψει, δηλαδή ότι δεν είχε κυριολεκτικά κανένα εσωτερικό στήριγμα. Ήθελε έναν πατέρα, έναν εραστή, φίλο, ατζέντη, πάνω απ’ όλα κάποιον που δεν θα την επέκρινε ποτέ για τίποτα, αλλιώς θα έχανε την αυτοπεποίθησή της. Δεν ξέρω αν υπάρχει αυτός ο άνθρωπος».
Οι ηχογραφήσεις αποκαλύπτουν επίσης ότι μετά από μία αποβολή και μία εξωμήτρια κύηση, το ζευγάρι αναζήτησε ιατρική βοήθεια χωρίς αποτέλεσμα. Αναφερόμενος στην απώλεια αυτή, ο Μίλερ είπε ότι η Μονρόε ήθελε να γίνει μητέρα «με έναν ιδανικό τρόπο», ενώ εργαζόταν υπό «τεράστια πίεση» στο Χόλιγουντ.
«Κατά κάποιον τρόπο δεν είμαι βέβαιος πόσο καλό θα ήταν για εκείνη να αποκτήσει παιδί. Θα ήταν ένα επιπλέον πρόβλημα. Δεν είμαι σίγουρος πώς θα λειτουργούσε στην πράξη», ανέφερε.
Ο συγγραφέας περιέγραψε τη Μονρόε ως «ευχάριστη στην παρέα» και «πολύ έξυπνη γυναίκα» με «εξαιρετική αίσθηση του χιούμορ, ειρωνεία και γενναιοδωρία», αλλά πρόσθεσε ότι «ένα είδος παράνοιας» άρχισε να κυριαρχεί. «Άρχισε να υποψιάζεται ότι όλοι την εκμεταλλεύονταν ή ήθελαν να της κάνουν κακό», είπε.
Το ζευγάρι απομακρύνθηκε οριστικά κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «The Misfits» το 1960, για την οποία ο Μίλερ είχε γράψει το σενάριο ειδικά για τη Μονρόε. Όπως ανέφερε, οι καβγάδες είχαν ξεκινήσει λίγους μόλις μήνες μετά τον γάμο τους, όταν η ηθοποιός γύριζε την ταινία «The Prince and the Showgirl».
«Διαφωνήσαμε για το αν ο Λόρενς Ολίβιε την καταπίεζε. Βρέθηκα να τον υπερασπίζομαι και αυτό ήταν το χειρότερο δυνατό πράγμα που μπορούσα να κάνω. Αλλά δεν νομίζω ότι οποιαδήποτε άλλη στάση θα άλλαζε κάτι», είπε.
Όταν αποχώρησε από τα γυρίσματα του «The Misfits», ο γάμος τους είχε ουσιαστικά τελειώσει. «Δεν μιλούσαμε. Δεν υπήρχε τρόπος να την προσεγγίσω. Ήταν πραγματικά εχθρική απέναντί μου», ανέφερε.
Σε επαγγελματικό επίπεδο, ο Μίλερ εκτίμησε ότι τα τέσσερα χρόνια του γάμου τους πέρασαν «ουσιαστικά χωρίς να κάνει τίποτα», με εξαίρεση το «The Misfits». Όπως είπε, ακόμη κι αν η στάση της Μονρόε απέναντί του άλλαζε, ο ίδιος θα έδινε τέλος στον γάμο.
«Δεν μπορούσα να συνεχίσω. Θα με σκότωνε. Δεν μπορούσα πλέον να δουλέψω», είπε χαρακτηριστικά.
Οι μέχρι σήμερα αδημοσίευτες συνομιλίες ηχογραφήθηκαν σε διάστημα σχεδόν 30 ετών, ξεκινώντας λίγο μετά τη γνωριμία του Μίλερ με τον Μπίγκσμπι στα μέσα της δεκαετίας του 1970 και συνεχίζοντας μέχρι λίγα χρόνια πριν από τον θάνατο του βραβευμένου με Πούλιτζερ συγγραφέα το 2005.
Το υλικό ήρθε στο φως μετά τη μεταγραφή των συνομιλιών από τον Μπίγκσμπι, σήμερα 84 ετών, για το βιβλίο «The Arthur Miller Tapes: A Life in His Own Words», το οποίο κυκλοφόρησε την Πέμπτη από τις εκδόσεις Cambridge University Press.
Στις ίδιες συνομιλίες, ο Μίλερ μίλησε και για την τεράστια επιτυχία του έργου «Death of a Salesman» το 1949, το πρώτο θεατρικό έργο στις ΗΠΑ που απέσπασε ταυτόχρονα βραβείο Critics’ Circle, Tony και Pulitzer. Όπως είπε, η επιτυχία αυτή του έδωσε δύναμη, αλλά συνέβαλε και στη διάλυση του πρώτου γάμου του με τη Μέρι Σλάτερι.
«Ο ορίζοντάς μου άνοιξε ξαφνικά σε κάθε είδους άλλους τρόπους έκφρασης της κυριαρχίας μου. Ένιωθα ότι μπορούσα να κάνω τα πάντα και τότε αρχίσαμε να απομακρυνόμαστε», ανέφερε.
Ο Μίλερ δήλωσε επίσης ότι η φήμη «είναι μια μορφή εξουσίας που είναι σεξουαλική ή υπονοεί το σεξ». Όπως είπε, είχε αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη δουλειά του «όλη μέρα και όλη νύχτα».
«Τώρα που το κοιτάζω πίσω, δεν ξέρω πώς μπορούσε οποιοσδήποτε να ζήσει μαζί μου», παραδέχθηκε.
Παράλληλα, εξομολογήθηκε ότι σε όλη του τη ζωή αμφισβητούσε τη συγγραφική του ικανότητα. «Όλη μου η ζωή ήταν ένας αγώνας με την αυτοαμφισβήτηση», είπε, προσθέτοντας ότι μόνο ένα «μικρό ποσοστό» όσων έγραψε «είδαν ποτέ το φως της δημοσιότητας».
Ο Μίλερ μίλησε επίσης για τη σύντομη σχέση του με τον κομμουνισμό και για την καταστολή που υπέστη το έργο του στο Χόλιγουντ, μετά την άρνησή του να κατονομάσει κομμουνιστές συγγραφείς ενώπιον της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Ενεργειών της Βουλής των Αντιπροσώπων το 1956.
Όπως είπε, ο μακαρθισμός δημιούργησε «ένα είδος παράλογης αίσθησης διαρκούς φόβου ότι κάποια αόρατη δύναμη είχε διεισδύσει στην κοινωνία και εργαζόταν υπόγεια για να την καταστρέψει». Πρόσθεσε ότι «δεν υπήρχε λογικός τρόπος να αντιμετωπιστεί όλο αυτό, γιατί κάθε φορά που το επιχειρούσες μπορούσες να κατηγορηθείς πως ήσουν μέρος αυτής της συνωμοσίας».
Ο ίδιος φοβόταν ότι τόσο ο ίδιος όσο και άλλοι «αντιφρονούντες» θα κατέληγαν «είτε σε ψυχιατρικό άσυλο είτε σε κάποιο είδος σχεδόν φασιστικού συστήματος», αυτολογοκρινόμενοι, ενώ «οι πιο ακραία πατριώτες άνθρωποι θα κυβερνούσαν τα πάντα».
«Αυτός ήταν ένας από τους λόγους που άρχισα να γράφω το “The Crucible”. Έπρεπε να βρω έναν τρόπο να μιλήσω για αυτό», ανέφερε.
Ο Μίλερ εξήγησε ότι τοποθέτησε το έργο την εποχή των δικών μαγισσών του Σάλεμ, επειδή «ήταν απλώς αδύνατο να συζητήσει κανείς όσα συνέβαιναν τότε με σύγχρονους όρους». Όπως είπε, «χρειαζόταν κάποια απόσταση από το φαινόμενο. Όλοι αρχίζαμε να χάνουμε λίγο τα λογικά μας προσπαθώντας να είμαστε ειλικρινείς, να βλέπουμε καθαρά και ταυτόχρονα να παραμένουμε ασφαλείς».
Στις ηχογραφήσεις, ο Μίλερ αναφέρθηκε ακόμη στην παιδική και νεανική του ζωή, στην πρώτη του σεξουαλική εμπειρία σε οίκο ανοχής σε ηλικία 16 ετών, στις απόψεις του για τον σιωνισμό και τον αντισημιτισμό ως άθεος Εβραίος, στην έμπνευση πίσω από το «The Misfits» και πολλά από τα έργα του, στην επίδραση του Ολοκαυτώματος στη γραφή του, καθώς και στον 40χρονο γάμο του με την τρίτη σύζυγό του, Ίνγκε Μόρατ.
Ο Κρίστοφερ Μπίγκσμπι, ομότιμος καθηγητής Αμερικανικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο East Anglia, εκτίμησε ότι οι ιδέες και οι εμπειρίες που διαμόρφωσαν τη ζωή και την πορεία του Μίλερ διατηρούν τα έργα του επίκαιρα μέχρι σήμερα.
«Μιλά για την εβραϊκή του ταυτότητα ως μια ευαισθησία, μια διαρκή ανησυχία για την ευθραυστότητα της κοινωνίας, κάτι που έμαθε από τη Μεγάλη Ύφεση και ξαναείδε στο Ολοκαύτωμα, ότι περπατάμε πάνω σε πολύ λεπτό πάγο όσον αφορά την αίσθηση του πολιτισμού μας», δήλωσε.
«Όλα αυτά είναι θεμελιώδη για τον Μίλερ. Είναι ένας άνθρωπος που πιστεύει στη σημασία της Ιστορίας, στη σύνδεση παρελθόντος και παρόντος, γιατί εκεί βρίσκεται η βάση της ηθικής», πρόσθεσε.