Η ωραία της ημέρας (Belle de jour) 2014 | Υπόθεση, πληροφορίες, DVD, που παίζεται | iShow.gr
Αναζήτηση:

Η ωραία της ημέρας

 

(Belle de jour)

  2014
Βαθμολογήστε το
Διάρκεια:
101'
Σκηνοθεσία:
Λούις Μπουνιουέλ
Σενάριο:
Joseph Kessel
Λούις Μπουνιουέλ
Jean-Claude Carriere
Παραγωγή:
Raymond Hakim
Robert Hakim

Υπόθεση

Η Σεβερίν, η όμορφη, αλλά ψυχρή ερωτικά, σύζυγος ενός γιατρού, γίνεται πόρνη πολυτελείας σε οίκο ανοχής, με το ψευδώνυμο «Ωραία της Ημέρας». Εκεί εκπληρώνει όλες τις σεξουαλικές φαντασιώσεις της, αλλά και αυτές των πελατών της. Όσο περισσότερο επιδίδεται σε αυτές, τόσο πιο τρυφερή γίνεται με τον άντρα της. Η ταινία αρχίζει όπως ακριβώς τελειώνει, μ' ένα όνειρο. Μήπως και το μεσοδιάστημα αποτελεί ένα όνειρο, μια σεξουαλική φαντασίωση της Σεβερίν; Μήπως όλα όσα βιώνει εκτυλίσσονται στη φαντασία της και δε λαμβάνουν ποτέ χώρα; Ποιος μπορεί να πει με σιγουριά ότι ο «ανίκανος» σύζυγος δεν είναι κατασκεύασμα της φαντασίας της για να δηλωθεί η ανικανότητά της να συνευρεθεί μαζί του -έστω κι αν δεν ευθύνεται ο ίδιος γι' αυτήν; Ένα αριστοτεχνικό παιχνίδι ανάμεσα στο πραγματικό και το φαντασιακό, από έναν Μπουνιουέλ χλευαστικό απέναντι στα αστικά ερωτικά ήθη όσο ποτέ.

Περισσότερες Πληροφορίες

Μια από τις πιο σημαντικές κλασικές ερωτικές ταινίες όλων των εποχών.
Το ερωτικό αριστούργημα του Luis Bunuel.


«Ένα μοναδικό κουτί μυστηρίου.»

«Η ωραία Deneuve.»

«Μια από τις πιο σημαντικές κλασικές ερωτικές ταινίες όλων των εποχών.»

«Κάθε φορά που τη βλέπεις γίνεται και καλύτερη.»

«Μια σουρεαλιστική ταινία για μια ρεαλιστική σεξουαλική ζωή.»

«Μέσα από την κρυφή ζωή της, βίωνε την επιθυμία για πάθος.»

«Αναμφίβολα το αριστούργημα του Bunuel.»

«Ένα από τα πιο σκανδαλώδη και ερωτικά έργα της εποχής του.» The New York Times


Η ΩΡΑΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
Belle de jour
Γαλλία/Ιταλία – 1967
Διάρκεια 101΄– Έγχρωμο


Χρυσός Λέων, Φεστιβάλ Βενετίας 1967, Luis Bunuel,
Βραβείο Melies Καλύτερης Ταινίας Συνδέσμου
Γάλλων Κριτικών,1968
Υποψήφιο για BAFTA Καλύτερου Γυναικείου Ρόλου,
Catherine Deneuve


ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ

Η ταινία που στάθηκε η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία του πιο γνωστού αναρχικού διανοούμενου Luis Bunuel. Μια σουρεαλιστική ιστορία, που παρουσιάζει μια ευυπόληπτη γυναίκα της μεσοαστικής τάξης να εργάζεται σε πορνείο. Βασισμένη σε ένα μέτριο και συμβατικά δομημένο μυθιστόρημα του Joseph Kessel, απογειώνεται στα χέρια του μεγάλου δημιουργού. Φιλμικά «εθισμένος» με την μοντέρνα μεγαλοαστική τάξη και την σήψη της, ο εξαίρετος Ισπανός σκηνοθέτης αποπειράται μια ακόμα προσέγγιση της αγαπημένης του θεματικής. Για άλλη μια φορά δε διστάζει να ασκήσει έντονη κριτική στον καθωσπρεπισμό της αστικής τάξης αλλά και να εκφράσει μια συγκεκαλυμμένη απέχθεια προς τον κλήρο και παραμένει σταθερός στην εμμονή του με τη στέρηση και ιδιαίτερα τη σεξουαλική. Η ερμηνεία της εκθαμβωτικής Deneuve είναι εξαιρετική. Καταφέρνει με μοναδικό τρόπο να συνδυάσει τη σεξουαλική ψυχρότητα με τη διαστροφή. Αναμφίβολα, πρόκειται για μία ταινία που εμπλουτίζεται από τους ίδιους τους υπαινιγμούς της: ο ερωτισμός γίνεται ακόμη και ασφυκτικός, χωρίς όμως το βλέμμα του θεατή να μπορεί να εισβάλλει ελεύθερα στις προσωπικές στιγμές των ηρώων. Οι νύξεις για την σεξουαλική κακοποίηση της πρωταγωνίστριας κατά τα παιδικά της χρόνια και την καταπιεσμένη καθολική συνείδησή της, επανέρχονται μέσω σύντομων, ασύνδετων flashbacks, χωρίς όμως να επιβάλλουν την ερμηνευτική τους αξία. Και πάνω απ’ όλα, οι σουρεαλιστικές πινελιές στο σκηνοθετικό χειρισμό του Bunuel ανοίγουν την πόρτα σε έναν κόσμο που θα φαινόταν παράλογος και αδικαιολόγητος, εάν οι επιθυμίες και οι ανάγκες των πρωταγωνιστών δεν τον καθιστούσαν τόσο μαγικά ολοκληρωμένο. Η ταινία παραμένει μία από τις πιο σημαντικές μελέτες του κινηματογράφου, γύρω από το σεξ, το θάνατο, το φετιχισμό και τη φαντασία. Ο Bunuel εξερευνεί την αβέβαιη γραμμή ανάμεσα στη φαντασία και τη πραγματικότητα, τραβώντας τους θεατές του σ' έναν πολύπλοκο, απίθανο, πολυεδρικό κόσμο, όπου τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται και χωρίς να ξεκαθαρίζει αν αυτά που βλέπουμε είναι φαντασιώσεις της ηρωίδας ή αν γίνονται στην πραγματικότητα, παίζοντας έτσι με τα όρια του πραγματικού, του ονείρου, της οπτασίας και της μνήμης.
----------------------------------------------------------------------------------

To 1928, ένας Ανδαλουσιανός σκύλος γνωρί¬ζει στον Μπουνιουέλ το σουρεαλισμό, κι από τότε τα φαντάσματα του υποσυνείδητου θρονιάζονται για τα καλά στο μεγαλειώδες μπουνιουελικό σύμπαν. Η ωραία της ημέρας, βασισμένη σ' ένα μάλλον κακό μυθι¬στόρημα του ακαδημαϊκού Ζοζέφ Κεσέλ, στα χέρια του Ισπανού γερό-μάγου μεταμορφώ¬νεται σ' ένα υπέρκομψο σουρεαλιστικό ποίη¬μα, γραμμένο με την ίδια ονειρική μελάνη με την οποία ο Μαρκήσιος ντε Σαντ πιτσιλούσε κάποτε τα δικά του αστικοχριστιανικά φα¬ντάσματα στη Φιλοσοφία τον μπουντουάρ.
Δε νομίζουμε πως γυρίστηκε ποτέ άλλη ταινία που να παραστατικοποιεί με τέτοια ε¬νάργεια τη δυσπερίγραπτη και ασαφή έννοια του υποσυνείδητου. Τούτο το σαδομαζοχι¬στικό ποιητικό ντελίριουμ, το κρατημένο με απίστευτη μαεστρία στα όρια του χυδαίου και του μεγαλειώδους δεν είναι παρά ένα συ¬ναρπαστικό παιχνίδι με τα λιμπιντικά όνειρα που συνωθούνται στον εγκέφαλο μιας «κα¬θωσπρέπει» αστής (Κατρίν Ντενέβ) και που' ο «μαιευτήρας» Μπουνιουέλ τα τραβάει, σαρκάζοντας, απ' τη σκοτεινιά του αστικού πουριτανισμού για να τα βγάλει περίπατο στον καθαρό αέρα της λευτεριάς, δηλαδή σ' ένα χώρο παντελώς άγνωστο στη θεσμοποιη-μένη αστική συμβατικότητα, την εδραιωμέ¬νη από την τρομοκρατία μιας θρησκείας ολι¬κά αντιερωτικής, συνεπώς και απάνθρωπης, που είναι ο χριστιανισμός.
Η ηρωίδα μας, η Σεβερίν, είναι ένα πλάσμα εύθραυστο και αέρινο, που έχει δεχθεί μια α¬πολύτως στρεβλωτική της προσωπικότητας της αγωγή και που, τώρα, είναι αξιοπρεπέ¬στατη σύζυγος ενός αστού. Στο περιβάλλον της, οι «αρετές» είναι απολύτως αποστειρω¬μένες και η λυτρωτική χαρά αυτού που οι στερημένοι ονομάζουν «αμαρτία» δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά στο χώρο του ονείρου: όσο πιο «ενάρετος» είναι κανείς τόσο πιο ορ¬γιώδη γίνονται τα όνειρα του.
Ο Μπουνιουέλ γλεντάει αφάνταστα, κάνο¬ντας να πιαστούν πάνω στη ζελατίνα της ταινίας του τα σεξουαλικά φαντάσματα της ενάρετης Σεβερίν. Ωστόσο, μετράει πάρα πο¬λύ προσεκτικά τη δόση της ειρωνείας του. Στο βάθος, συμπαθεί τούτο το δύστυχο πλά¬σμα που δε θα γνωρίσει ποτέ στην πραγματι¬κότητα τη χαρά της μεγάλης ερωτικής θυ¬σίας στη μάνα φύση.
Η Σεβερίν δεν είναι παρά το προσωποποιη¬μένο σύμβολο της αποξένωσης απ' την ίδια μας τη φύση — μιας αποξένωσης που τελεί-ται μεθοδικά και σιωπηλά μέσα απ' τους κα¬ταπιεστικούς θεσμικούς μηχανισμούς που μετέτρεψαν την ερωτική χαρά σε «αμαρτία», για να μπορεί έτσι η εξουσία να ασκείται κα¬τευθείαν πάνω στο μεγαλειώδες ένστικτο της ζωής — και να καταστρέψει στη ρίζα της τη ζωή.

Βασίλης Ραφαηλίδης-Το Βήμα», 16-10-1979.


Ο ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ - LUIS BUNUEL


Ο πατέρας του σουρεαλιστικού κινηματογράφου, Luis Bunuel Portoles, γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 1900, στην Ισπανία. Μεγάλωσε σε μια μικρή επαρχιακή κοινωνία, τόσο κλειστή, παραδοσιακή και θρησκόληπτη, που ο ίδιος την αποκαλούσε «μεσαιωνική». Μέλος πολύ ευκατάστατης οικογένειας, έλαβε από νωρίς αυστηρή καθολική μόρφωση. Σύντομα, όμως, το ελεύθερο πνεύμα του και ο επαναστατικός του χαρακτήρας τον έκαναν να αντιδράσει στον καθολικισμό -μια αντίδραση που θα συνεχιζόταν σε όλη του τη ζωή.
Στο πανεπιστήμιο θα γίνει φίλος με δύο μεγάλες μορφές της τέχνης, το ζωγράφο Salvador Dali και τον ποιητή Federico Garcia Lorca. Αργότερα, θα μετακομίσει στο Παρίσι, όπου θα εργαστεί στον κινηματογράφο και μάλιστα θα μαθητεύσει δίπλα στον Ζαν Επστάιν. Το 1929 ήταν χρονιά ορόσημο για τον Bunuel, καθώς, μαζί με τον Dali, θα γυρίσουν το Un chien andalou, μια ταινία απόλυτα σοκαριστική για τα ήθη της εποχής, με την οποία γράψανε κινηματογραφική ιστορία. Ο Bunuel χρησιμοποίησε την εμμονή του με τα όνειρα και δημιούργησε ένα συνειρμικό όσο και βλάσφημο σύμπαν, κάτι που θα αναπαράγει σε όλες του τις ταινίες στο εξής. Με την ταινία αυτή οι σουρεαλιστές τον υποδεχτήκανε πανηγυρικά στους κύκλους τους και ο Bunuel ανακηρύχτηκε ο σημαντικότερος σουρεαλιστής σκηνοθέτης.
Από την πρώτη στιγμή ο Bunuel ήταν ένας άθεος, «βλάσφημος» σκηνοθέτης, που σκοπό είχε να προκαλέσει και να επιτεθεί στους θεσμούς και την υποκρισία της αστικής τάξης. Η δεύτερη ταινία του, L'Age d'or (1930), βεβηλώνοντας τα ιερά και τα όσια του καθολικισμού, προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερο σκάνδαλο. Ο δεξιός Τύπος πολέμησε την ταινία και τελικά η αστυνομία την απαγόρευσε, μια απαγόρευση που κράτησε 50 ολόκληρα χρόνια!
Το 1933, ο Bunuel επιστρέφει στην Ισπανία, μέσα σε ένα φοβερά ταραχώδες πολιτικό κλίμα, και γυρίζει τη μικρού μήκους ταινία Las Hurdes: Tierra Sin Pan (1933), ένα ντοκιμαντέρ για τις δυσχέρειες των χωρικών. Όμως, η πολιτική κατάσταση της χώρας ήταν εκρηκτική και το 1936 οδήγησε στον Ισπανικό Εμφύλιο. Με την επιβολή της δικτατορίας του Franco, που έγινε και με την ισχυρή στήριξη της εκκλησίας, πολλοί καλλιτέχνες αναγκάστηκαν να εκπατριστούν. Ο Bunuel έφυγε στην Αμερική και, αφού εργάστηκε για ένα διάστημα στο μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, μετακόμισε στο Μεξικό. Το 1948, με την εγκληματική κατάσταση να συνεχίζεται στη χώρα του από το φασιστικό καθεστώς του Φράνκο, πήρε τη μεξικάνικη υπηκοότητα. Στο Μεξικό πια θα βρει το έδαφος και την ελευθερία για να γυρίσει τις ταινίες του: Ανάμεσά τους το Los Olvidados (1950), με το οποίο θριάμβευσε στις

Κάννες (πρόσφατα η ταινία εντάχτηκε και στη λίστα της UNESCO ως μέρος της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς).
Όταν το 1960, για λόγους πολιτικής προπαγάνδας, ο Φράνκο κάλεσε τον Bunuel να γυρίσει στην πατρίδα του και να σκηνοθετήσει ένα φιλμ της δικής του επιλογής, ο Bunuel δέχτηκε. Και του ανταπέδωσε την «ευγενική χειρονομία» γυρίζοντας τη Viridiana, μια εξοργιστικά «βλάσφημη» ταινία, που μέσα στα άλλα, παρωδεί και τον Μυστικό Δείπνο! Το αποτέλεσμα ήταν το καθεστώς να κάψει τις κόπιες, όχι όμως πριν προλάβει μια από αυτές να περάσει στη Γαλλία και να βραβευτεί με τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες.


Στις δεκαετίες `60-`70 ο Bunuel διανύει την ωριμότερη φάση του, τη λεγόμενη «Γαλλική περίοδο», όπου με συνεργάτες τους Silberman and Carriere, θα σκηνοθετήσει στη Γαλλία τα μεγάλα κινηματογραφικά του αριστουργήματα. Ανάμεσά τους, τα Le journal d'une femme de chambre (1964), Belle de Jour (1967), Le Charme discret de la bourgeoisie (1972) και, την τελευταία του ταινία, Cet obscur objet du desir (1977). Αυτές θα είναι και οι διασημότερες ταινίες της καριέρας του και όχι άδικα: ο Bunuel διακωμωδεί τις φαντασιώσεις της αστικής τάξης με απίστευτη μαεστρία ενώ και με τη Διακριτική γοητεία της μπουρζουαζίας, κάνει την απόλυτη ανατομία του αστικού μπανάλ και κερδίζει το Oscar Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας.
Στα τέλη του ΄70, ο Bunuel αποσύρθηκε από τη σκηνοθεσία μέχρι και το τέλος της ζωής του και μαζί με τον Carriere, έγραψε την αυτοβιογραφία του, Mon Dernier Soupir (1982). Ένα χρόνο μετά, το 1983, ο μεγάλος αιρετικός του κινηματογράφου πέθανε, αφήνοντας πίσω του ως κληρονομιά την αγάπη για την ανατροπή και το σκάνδαλο, ως τρόπους αλλαγής της κοινωνίας.

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΗ ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ

Un chien andalou (Ο ανδαλουσιανός σκύλος), 1929
L'age d'or (Η χρυσή εποχή), 1930
Las Hurdes (Γη χωρίς ψωμί) (1933)
El gran calavera, 1949
Los olvidados (Ξεχασμένοι από την κοινωνία), 1950
Susana (Κυλισμένη στο βούρκο), 1951
El (Αυτός), 1953
El bruto, 1953
Las aventuras de Robinson Crusoe (Ροβινσών Κρούσος), 1954
Ensayo de un crimen (Η εγκληματική ζωή του Αρτσιμπάλντο ντε Λα Κρουζ), 1955
Nazarin (Ναζαρέν), 1959
Viridiana (Βιριδιάνα), 1961
El angel exterminador (Εξολοθρευτής άγγελος), 1962
Le journal d'une femme de chambre (Το ημερολόγιο μιας καμαριέρας), 1964
Simon del desierto, 1965
Belle de jour (Η ωραία της ημέρας), 1967
La voie lactee (Ο γαλαξίας), 1969
Tristana (Τριστάνα), 1970
Le charme discret de la bourgeoisie (Η διακριτική γοητεία της μπουρζουαζίας), 1972
Le fantome de la liberte (Το φάντασμα της ελευθερίας), 1974
Cet obscur objet du desir (Το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου), 1977


ΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ

CATHERINE DENEUVE


Η εκθαμβωτική μούσα του Yves Saint Laurent γεννήθηκε στις 22 Οκτωβρίου του 1943 στο Παρίσι και είναι η τρίτη από τις τέσσερεις κόρες του ζευγαριού ηθοποιών Maurice Dorleac και Renee Deneuve. Το πλήρες όνομα της είναι Catherine Fabienne Dorleac. Έκανε το ντεμπούτο της στον κινηματογράφο στην ταινία Les collegiennes το 1957. Η ταινία που την ανέδειξε ήταν το μιούζικαλ του Jacques Demy Les parapluies de Cherbourg το 1964 αλλά οι ταινίες που την έκαναν ευρέως γνωστή χαρίζοντας της και το προσωνύμιο «παγερή παρθένα» ήταν οι Αποστροφή του Roman Polanski και Ωραία της ημέρας του Luis Bunuel στις οποίες υποδυόταν την συναισθηματικά αποστασιοποιημένη μυστηριώδη καλλονή. Προτάθηκε για Oscar Α’ γυναικείου ρόλου το 1993 για την ερμηνεία της στην ταινία Ινδοκίνα για την οποία κέρδισε το βραβείο Cesar. Βραβείο Cesar κέρδισε και για την ταινία Το τελευταίο μετρό το 1980. Γύρισε πολλές ευρωπαϊκές ταινίες, αντιθέτως μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, αμερικάνικες. Στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 οι σημαντικότερες ταινίες της ήταν οι Les demoiselles de Rochefost (1967) μαζί με την αδερφή της Francoise Dorleac που πέθανε σε τροχαίο την ίδια χρονιά, η Tristana του Luis Bunuel και η συνεργασία της με τη νεαρή τότε Jodie Foster στην ταινία Casotto (1977).
Στη δεκαετία του ’80 οι σημαντικότερες ταινίες της ήταν οι Le dernier metro (1980) του Truffaut και The hunger του Tony Scott, η τρίτη αμερικάνικη ταινία της στην οποία υποδυόταν ένα αμφισεξουαλικό βαμπίρ, συμπρωταγωνιστώντας με τον David Bowie και τη Susan Sarandon. Η σκηνή σεξ ανάμεσα στις δύο πρωταγωνίστριες προκάλεσε όπως ήταν φυσικό, σχόλια. Το 1994 ήταν αντιπρόεδρος της κριτικής επιτροπής στο φεστιβάλ των Κανών. Η συμμετοχή της το 2000 στο δραματικό μιούζικαλ του Lars Von Trier Dancing in the dark με πρωταγωνίστρια τη Bjork, δίχασε τους κριτικούς. Το φιλμ επιλέχτηκε για Χρυσό Φοίνικα στο φεστιβάλ των Κανών. Μοιράστηκε την Αργυρή Άρκτο μαζί με το υπόλοιπο καστ της ταινίας 8 γυναίκες το 2002. Το 2005 εξέδωσε το ημερολόγιο της όπου περιέγραφε τις εμπειρίες της από τα γυρίσματα των ταινιών Ινδοκίνα και Χορεύοντας στο σκοτάδι. Το 2006 ήταν πρόεδρος της επιτροπής του φεστιβάλ Βενετίας. Το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς προκάλεσε αίσθηση με την guest star εμφάνιση της στη σειρά της Fox TV, Nip/Tuck. Επίσης δάνεισε τη φωνή της στο υποψήφιο για Oscar animation Persepolis.Το 2008 εμφανίστηκε στην 100η ταινία της Un conte de Noel συμπρωταγωνιστώντας μαζί με την κόρη της Chiara Mastroianni. Την ίδια χρονιά βραβεύτηκε στο φεστιβάλ Κανών για το σύνολο της καριέρας της. Συνεχίζει να γυρίζει 2-3 ταινίες το χρόνο και παρόλα τα χρόνια της είναι αγέραστη και ακούραστη.
Στην προσωπική της ζωή, παντρεύτηκε μια φορά το φωτογράφο David Bailey αλλά μετά το χωρισμό τους υποστηρίζει πως «Ο γάμος είναι μια απαρχαιωμένη παγίδα» και αρνείται να ξαναπαντρευτεί. Είχε σχέσεις με τον Francois Truffaut, τον Roger Vadim, με τον οποίο απέκτησε ένα γιο, τον Burt Reynolds, τον Clint Eastwood και τον Marcello Mastroianni με τον οποίο απέκτησε μια κόρη, επίσης ηθοποιό.

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΗ ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ
Repulsion 1965
Belle de jour 1967
Les demoiselles de Rochefort 1968
La sirene du Mississippi 1969
Tristana 1970
Hustler 1975
Le dernier metro 1981
The hunger 1983
Indochine 1992
Dancer in the dark 2000
8 femmes 2002
Roman Polanski: Wanted and desired 2008


MICHEL PICCOLI
(Γεννήθηκε το 1925)

Γάλλος ηθοποιός, γεννημένος στο Παρίσι σε μια οικογένεια μουσικών: ο πατέρας του ήταν πιανίστας και η μητέρα του βιολίστρια. .

Εμφανίστηκε σε πολλούς διαφορετικούς ρόλους όπως αυτό του γόη ή του γκάνγκστερ μέχρι του Πάπα σε 170 ταινίες. Ο Piccoli συνεργάστηκε με τους Jean Renoir, Jean-Pierre Melville, Jean-Luc Godard, Claude Lelouch, Jacques Demy, Claude Sautet, Louis Malle, Agnes Varda, Leos Carax, Luis Bunuel, Costa-Gavras, Alfred Hitchcock, Marco Ferreri, Jacques Rivette, Otar Iosseliani, Nanni Moretti, Jacques Doillon, Mario Bava, Manoel de Oliviera, Raul Ruiz, Theodoros Angelopoulos και Alain Resnais.

Παντρεύτηκε 3 φορές, πρώτα με την Eleonore Hirt, κατόπιν για έντεκα χρόνια με την τραγουδίστρια Juliette Greco and finally to Ludivine Clerc. He has one daughter from his first marriage, Anne-Cordelia.

Ο Piccoli είναι ενεργά πολιτικοποιημένο άτομο στο χώρο της αριστεράς κι έχει κάνει δημόσιες δηλώσεις κατά του Εθνικιστικού Μετώπου.


FRANCISCO RABAL
(1926 – 2001), ίσως περισσότερο γνωστός ως Paco Rabal.
Ισπανός ηθοποιός.

To 1936 μόλις ξέσπασε ο εμφύλιος στην Ισπανία, ο Rabal και η οικογένειά του μετακόμισαν στην Μαδρίτη. Ο νεαρός Francisco υποχρεώθηκε να εργαστεί σαν πλανόδιος πωλητής και σε εργάτης σε μια σοκολατοποιΐα. Όταν έγινε 13 ετών, παράτησε το σχολείο και εργάστηκε σαν ηλεκτρολόγος στα Estudios Chamartin.

Δούλεψε σποραδικά σαν κομπάρσος. Ο Damaso Alonso αλλά και άλλοι τον συμβούλεψαν να δοκιμάσει την τύχη του με μια καριέρα στο θέατρο.

Την δεκαετία του 1940 άρχισε να παίζει σε ταινίες σαν κομπάρσος αλλά μέχρι το 1950 δεν είχε προσληφθεί για κανέναν ομιλών ρόλο. Τότε άρχισε να παίζει ρομαντικούς πρωταγωνιστικούς ρόλους και «αλήτες». Πρωταγωνίστησε σε 3 ταινίες του Luis Bunuel:
Nazarin (1959), Viridiana (1961) και Belle de jour (1967).

Κατά τη διάρκεια της καριέρας του, ο Rabal εργάστηκε σε Γαλλία, Ιταλία και Μεξικό με σκηνοθέτες όπως ο Gillo Pontecorvo, ο Michelangelo Antonioni, ο Luchino Visconti, ο Valerio Zurlini, ο Jacques Rivette και ο Alberto Lattuada.

Είναι ο μόνος Ισπανός ηθοποιός που του αποδόθηκε τιμής ένεκεν διδακτορικό από το Πανεπιστήμιο της Μurcia.

Η τελευταία του ταινία (Dagon,) του αφιερώθηκε πριν τους τίτλους τέλους με τα εξής λόγια «Αφιερώνεται στον Francisco Rabal, ένα θαυμάσιο ηθοποιό και έναν ακόμα καλύτερο άνθρωπο».


GENEVIEVE PAGE

Γεννήθηκε το 1927 στο Παρίσι-πραγματικό όνομα Genevieve Bronjean.

Μια ηθοποιός γνωστή για τις ταινίες Belle de Jour (1967), El Cid (1961) και The Private Life of Sherlock Holmes (1970).

Είναι παντρεμένη με τον Jean-Claude Bujard από το 1959 και έχουν δύο παιδιά.

Ήταν μέλος της κριτικής επιτροπής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου στις Κάννες το 1964

Είχε μια μακρόχρονη και καταξιωμένη καριέρα πάνω στο σανίδι με αναγνώριση και πολλαπλές βραβεύσεις.


JEAN SOREL
(γεννήθηκε το 1934)

Γάλλος ηθοποιός που εμφανίστηκε εκτενώς στον Ευρωπαϊκό Κινηματογράφο κατά τις δεκαετίες του 1960 & 1970 με σκηνοθέτες όπως ο Luis Bunuel και ο Luchino Visconti. Από το 1980 και μετά όμως εργάζεται κυρίως στην τηλεόραση. Είναι παντρεμένος με την Ιταλίδα ηθοποιό Anna-Maria Ferrero.